Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 7 Δεκεμβρίου 2014

Ο κυρ-Παντελής δεν είναι τοκογλύφος, απλώς ιδιωτεύει


Χρήστος Κυργιάκης
Ποιος ήταν αυτός από τα χωριά του κάμπου που δεν γνώριζε τον κυρ-Παντελή;
Άνθρωπος μετρημένος, σοβαρός, καλοντυμένος, δίπλα στους παπάδες και στους προύχοντες, δεν αρνήθηκε ποτέ τη βοήθειά του σε όποιον την είχε ανάγκη.
 
Όποιος ήθελε δανεικά, στον κυρ-Παντελή θα έτρεχε. Αρρώσταινε το παιδί και χρειαζόταν ακριβά χρήματα για φάρμακα; Ο κυρ-Παντελής ήταν εκεί.
Σπούδαζε το παιδί και δυσκολεύονταν οι γονείς του; Ο κυρ-Παντελής δεν δίσταζε να βάζει το χέρι στη τσέπη του. Δεν είχε κάποιος τα χρήματα για να σπείρει το χωράφι του; Ο κυρ-Παντελής κατανοούσε και βοηθούσε. Ήθελε ο άλλος να ανοίξει ένα μαγαζί; Ο κυρ-Παντελής θα φρόντιζε για όλα. Από τα έξοδα μέχρι τις σχετικές άδειες και τη χαρτούρα.

Κυριακή 26 Οκτωβρίου 2014

Η καμπάνα του Πόντου (Κεφ. από το βραβευμένο βιβλίο της Παρθένας Τσοκτουρίδου «Η καμπάνα του Πόντου χτυπάει στο Βέρμιο)

Το θαυμάσιο κλίμα του τόπου εκείνη τη μέρα έμελλε να μεταμορφωθεί το Βέρμιο και να σφραγιστεί με την τέχνη του ποντιακού θεάτρου από την ενοποίηση των παιδιών του Δημοτικού, του Γυμνασίου και του Λυκείου μέσω του Πολιτιστικού Ποντιακού Συλλόγου τους.
Έβλεπες θεατρόφιλο κόσμο βιαστικό, άντρες φρεσκοξυρισμένους με γραβάτες, γυναίκες με καλοχτενισμένες μπούκλες και παιδιά με γιορτινά ρούχα και λουλούδια πίσω απ’ τ’ αυτιά τους να παίρνουν θέσεις στις κερκίδες του καλοκαιρινού αμφιθεάτρου, που είχε στηθεί ακριβώς για εκείνη την περίσταση.
Στη σκηνή διακρινότανε μέσα στο σκοτάδι η ζωγραφική εικόνα ενός λαμπερού Κάστρου. Στο βάθος απεικονιζόταν η πόλη της Τραπεζούντας. Κάμερες ήταν στημένες παντού ολόγυρα, που δεν γνώριζε κανείς τη σημασία τους, φωτιστές και φροντιστές σκηνής, ηλεκτρολόγοι και λοιποί χρήσιμοι για διάφορες δουλειές.
Ο αμφιθεατρικός χώρος γέμισε γρήγορα και ο κόσμος τακτοποιήθηκε εύκολα στις θέσεις τους, χάρη στη συστηματική επιμέλεια και την ακατάπαυτη εργασία των μελών του Συλλόγου.
«Η καμπάνα του Πόντου» του Πόντιου ποιητή Φίλωνα Κτενίδη σε θεατρική διασκευή ήταν έτοιμη ν’ ανεβεί σύμφωνα με την πρόθεση του σκηνοθέτη. Λίγα λεπτά ακόμη… χρονομέτρημα… ένα…δύο… τρία…

Κυριακή 2 Φεβρουαρίου 2014

Γενεά υπάγει και γενεά έρχεται (Μαρία Αρβανίτη Σωτηροπούλου)

Δε μπορούσα ακόμη ν' αποφασίσω για το μέλλον μου. Οι δικοί μου ένιωθαν εξαπατημένοι. Θά 'θελα να γίνω φιλόλογος, σαν το θείο Μάκη, όμως το καθηγητηλίκι ήταν απωθητικό και κανείς δε βρέθηκε να μου δείξει ότι υπάρχει κι άλλη διέξοδος μετά το πτυ­χίο της Φιλοσοφικής. Νομική; 0 πατέρας μου μ' έσπρωχνε προς τα 'κεί, όμως τα δικαστήρια μ' έδιωχναν. Δεν πίστευα στο σύστημα απονομής δικαιοσύνης, δεν πίστευα ότι υπάρχει δίκιο κι έτσι όλοι —δικαστές και δικηγόροι— δεν ήταν στα μάτια μου παρά φιγούρες στα τραπουλόχαρτα της κοινωνίας, ακριβώς όπως στην "Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων". Η μαμά με ήθελε γιατρό, όπως ο πρίωτοξάδελφός της. Παραμονές των εξετάσεων κι εγώ αναποφάσιστος. Μ' έστειλε η μαμά στον ξάδελφο να με νουθετήσει. Δε μ' έπεισαν τόσο τα λόγια του όσο τα δάκρυά της. Αφού δεν προλάβαινα τις εξετάσεις βιάστηκα να γραφτώ στο Πανεπιστήμιο της Σιένα. Όλα φαινόντουσαν απλά. Σ' ένα χρόνο θα γυρνούσα. Είχα όρεξη. Θα διάβαζα. Θα χρησιμοποιούσα κάθε μέσον να γυρίσω γρήγορα, στη μπάλα και τους φίλους μου.
Καλύτερος μου φίλος ο Σωτήρης. Αναγνωριζόμαστε στο σχο­λειό σα δίδυμο. Ο ψηλός κι ο κοντός. Ψηλός ήταν πάντα ο Σωτήρης κι εγώ ποτέ δεν ήμουνα κοντός. Το υπερβολικό ύψος του Σωτήρη μας καθόριζε. Με δίδασκε τη σχετικότητα των μεγεθών. Απολάμβανα τ' ότι σ' αυτή την περίπτωση, εγώ ήμουν ο φυσιολο­γικός κι ο Σωτήρης η εξαίρεση. Πρωταθλητής στο μπάσκετ, μέχρι και στην Εθνική Παίδων μπήκε σε μιαν εποχή που το άθλημα δεν είχε αρκετούς οπαδούς. Εγώ έπαιζα καλά, αλλά πάντα στη σκιά του. Είμαστε τόσο διαφορετικοί, που απορώ πώς τόσο ταιριάζαμε. Εκείνος ήταν από χωριό κι έμενε μόνος. Στο σπίτι του κατάφθαναν με το λεωφορείο οι τενεκέδες το τυρί και το κρέας, τα μαγειρεμένα φαγητά της μάνας του και τα παστά και τα λουκάνικα. Τις πιο πολ­λές φορές σάπιζαν και τα πετούσε με το τσουκάλι. Πετούσε κείνα τα γυαλιστερά μπακιρένια σκεύη με χαρά, λες και βιαζόταν να ξεμπερδεύει με το παρελθόν του. Θυμάμαι ένα χαριτωμένο, παρά­ξενο, κοκκινωπό μπακίρι με γιαούρτι, που το γλίτωσα την τελευ­ταία στιγμή. Θα μπορούσα να του ζητήσω πριν το πετάξει να μου το δώσει. Αντίθετα φεύγοντας το πήρα σαν κλέφτης απ' τα σκου­πίδια. Το πήγα σπίτι μου κρυφά και τό 'πλυνα. Τό 'κρυφά στη ντουλάπα, όπου φυλούσα από παιδί ό,τι μου κέντριζε τη φαντασία μαζί με τα ερωτικά γράμματα των κοριτσιών που κατακτούσα. Δεμένα με κορδελάκια κι αρωματισμένα Απόδειξη της κοριτσίστι­κης ηλιθιότητας. Μασκάρευαν την ανάγκη τους για κρεβάτι σε ροζ πουπουλένια σύννεφα. Πολλές φορές, ούτε που θυμόμουν τα πρόσωπα που αντιστοιχούσαν στα γράμματα. Όλα γινόντουσαν για κείνη που δε θα 'ρχότανε ποτέ ή εκείνη που είχα για πάντα χάσει.
0 Σωτήρης ποτέ δεν είχε αρκετά λεφτά. Πάντα τον δάνειζα στα φλιπεράκια Ο πατέρας του είχε αυτό το βίτσιο. Από παιδί προσπα­θούσε να τον εκπαιδεύσει. Όταν τον έστελνε σε κάποια δουλειά πάντα τον ορμήνευε να δέχεται μονάχα κέρασμα και ποτέ λεφτά. Μου είχε διηγηθεί κάποια φορά που είχε μεταφέρει με το γαϊδούρι το δάσκαλο στο διπλανό χωριό. Στο τέλος εκείνος τον ανάγκασε να δεχθεί ένα κέρμα σα φιλοδώρημα. Γύρισε σπίτι με έξαψη. Φρόντισε να κρύψει το κέρμα σ' ένα θάμνο στην αυλή, όμως ο πατέρας του τον είδε αναψοκοκκινισμένο και κατάλαβε.
— Τι σου έδωσε; τον ρώτησε κι αναγκάστηκε να ομολογήσει την αλήθεια. Σουρούπωνε πια και παρά τις διαμαρτυρίες της μάνας του, τον ανάγκασε να γυρίσει με τα πόδια στο διπλανό χωριό για να επιστρέψει το κέρμα. Έφθασε όταν πια είχε νυχτώσει κι ο δάσκα­λος έτρωγε στο σπίτι του παπά. Δεν τόλμησε να μπει να του το επιστρέψει. Ντρεπόταν και φοβόταν ν' αντιμετωπίσει για δεύτερη φορά την επιμονή του δασκάλου να τον δωροδοκήσει με χρήματα, ενώ δεν καταλάβαινε την διαφορά ανάμεσα στο φιλοδώρημα με μια σοκολάτα και την απαγόρευση του φιλοδωρήματος μ' ένα κέρμα, που θα μπορούσε ν' αγοράσει μια σοκολάτα ή πέντε καρα­μέλες ή τρεις βώλους ή ο,τιδήποτε άλλο του γυάλιζε στο ψιλικα­τζίδικο. Όμως ο νόμος του πατέρα ήταν αμείλικτος κι αυτός, όπως κι ο πατέρας του έλεγε θα καταλάβαινε αργότερα το γιατί. Κείνο το βράδυ ίο πρόβλημά του ήταν πώς θα γυρνούσε στο χωριό, αφού ο δρόμος περνούσε μπροστά απ' το νεκροταφείο κι είχε ήδη νυχτώ­σει. Αποφάσισε να κάνει ολόκληρο κύκλο μέσα απ' τα χωράφια για ν' αποφύγει το επικίνδυνο πέρασμα. Φθάνοντας σπίτι, τους βρήκε να τον περιμένουν στην πόρτα. Είχε προηγηθεί συζυγικός καυγάς για την αυστηρότητα της τιμωρίας κι η γιαγιά είχε βγει με το φανάρι στη δημοσιά να τον προϋπαντήσει. 0 πατέρας τον ανά­γκασε να πάρει το γαϊδούρι και να πάει να φέρει πίσω in γιαγιά. Τη συνάντησε ακριβώς στην είσοδο του νεκροταφείου να τον περιμένει. Τον ίδιο χειμώνα η γιαγιά του πέθανε. Ο Σωτήρης πάντα πίστευε ότι αυτός φταίει για το θάνατο της γιαγιάς.
Για μένα που ζούσα στην πόλη το νεκροταφείο ήταν ένας ακόμη κήπος που περνούσα απ' έξω καθημερινά για να πάρω το λεωφο­ρείο. Μπορώ να πω πως η γαλήνη του με τραβούσε παράξενα, αλλά δε βιαζόμουν να δρασκελίσω το κατώφλι του. Μπορούσε να περιμένει. Η γενέθλια πόλη υπήρχε, αλλά μου ήταν αδιάφορη. Σχεδόν δεν την έβλεπα από συνήθεια Δε μπορούσα να την εκτι­μήσω ή να νιώσω κάτι γι' αυτήν. Την ανεχόμουν όπως τα ρούχα που μου αγόραζε η μητέρα μου, ένα καλό κι ένα δεύτερο κάθε αλλαγή του χρόνου. Πάντα καινούριο. Ποτέ κάτι μεταποιημένο. Πάντα στις εκπτώσεις. Ποτέ κάτι ακριβό. Στο σπίτι οι κουρτίνες μπορεί να ραβόντουσαν από τα υπολείμματα του υφάσματος ταπε­τσαρίας του σαλονιού, όμως τα ρούχα μου ποτέ δεν ήταν τα φθαρμένα ρούχα του πατέρα. Τα ρούχα με τύλιγαν αδιάφορα. Πολύ αργότερα κατάλαβα την εξουσία των ακριβών ρούχων, υπέ­κυψα στον πειρασμό της γοητείας των σινιέ και πήδηξα έτσι τις σκάλες της κοινωνικής ιεραρχίας.
Έτσι στα δεκάξι μου βρέθηκα σε μια πόλη ιταλική μόνος, ξένος ανάμεσα σε ξένους, γεμάτος ενθουσιασμό κι οράματα, σίγουρος για τη νίκη. Είχε προηγηθεί η εμπειρία του ταξιδιού μέσω Γιουγκοσλαβίας. Έκανα τόσα ταξίδια αργότερα, τίποτε όμως δε με κάνει να λησμονήσω αυτή την πρώτη εμπειρία της εξόδου σε μια χώρα που της έμελλε να διαλυθεί στα εξ ων συνετέθη μόλις ο αγέρας της Ιστορίας άλλαξε προσανατολισμό. Πρώτη φορά που έβγαινα απ' την Ελλάδα κι ήθελαν κι οι δυο μου γονείς να συνο­δεύσουν το μοναχογιό καβάλα στο παλιό μας φίατ. Καλοκαιράκι ακόμη. Τρέχαμε στην εθνική προς τους Ευζώνους κι άλλο δεν επιθυμούσα από το να ξεφύγω απ' τα στενά σύνορα μιας Ελλαδίτσας προβληματικής και παράλογης. Πρωί ακόμη κι οι δρό­μοι άδειοι, η κυκλοφορία άνετη κι ο ήλιος φιλικός σε χάιδευε, δε σε κατασπάραζε. Φθάσαμε στα σύνορα μέσα από πολύχρωμες πικροδάφνες κι αντιμετωπίσαμε ηρωικά την ανάκριση του δαιμόνι­ου τελωνιακού που επέμενε ηλίθια να του μετρήσουμε μέχρι κέρμα τα λεφτά που περιείχε το πορτοφόλι μας λες κι οι λαθρέ­μποροι του συναλλάγματος στο πορτοφόλι τα κρύβουν. Παρακάμψαμε το σκόπελο των φρι σόπς —πού λεφτά τότε για τέτοια!— και μ' ήσυχη συνείδηση πατήσαμε στο γειτονικό κράτος, που σα γειτονικό κάποτε ήταν, είναι ή θα γίνει εθνικό. Τότε κανείς δεν ήξερε πως τ' ονομάτιζαν κι αυτό οι γείτονες "Μακεδονία", μα κι αν το διαβάζαμε στις επιγραφές θα το θεωρούσαμε ανούσιο γεωγραφικό όρο κι όχι αφορμή για καυγά. 0 δικός τους μπάτσος ομιλούσε την ελληνική. Ξεφύλλισε τα διαβατήρια, ρώτησε με περιέργεια "Για πού;" κι έπειτα βαριεστημένα μας χαιρέτησε. Ίσως ονειρευόταν το ταξίδι μας. Μέσα στη γειτονική μας χώρα του Ανατολικού κόσμου νιώθαμε προύχοντες, εμείς οι τελευταίοι της Δύσης. Κατηγορούσαμε τους δρόμους τους, τη βρωμιά των εστια­τορίων, ένα το λέγαν και "Αθήνα" κι απέξω πουλούσαν μέ ένα κατοστάρι κοσμήματα φτιαγμένα από τσόφλια αμυγδάλων σωστά κομψοτεχνήματα. Περιφρονούσαμε το εθνικό τους νόμισμα όσο κι οι ίδιοι και συναλλασσόμαστε μόνο με σκληρό συνάλλαγμα με κίνδυνο να πιαστούμε κορόιδα απ' τους μαφιόζους που αφθονού­σαν στην πιάτσα.
Στο βενζινάδικο ο υπάλληλος αντέδρασε με θυμό στην ερώτηση "Πόσο πάει το λίτρο η βενζίνη;" "Πόσο πάει; Πόσο πάει; Εσύ καπιταλίστα. Φαμίλια τουρίσμο, κάρο μεγκάλο, πόσο πάει!" Περιφρονούσε το δολλάριο. "Να κι ένας πατριώτης", είπαμε, όμως ο τύπος απλώς προτιμούσε τα μάρκα που τα κουτσούρεψε όσο μπορούσε να μας κλέψει.
Τριγύρω τοπίο ελληνικό με τους γύφτους απαραίτητο συμπλή­ρωμα της εικόνας. Δρόμοι εναλλασσόμενοι, κάτι ανάμεσα σ' Ευρώπη κι Ανατολία. Λίγο πιο κάτω μας σταματούν οι τροχονόμοι. Τρία αυτοκίνητα με ξένες πινακίδες. Ζητούσαν διαφορετικό πρό­στιμο στο κάθε αυτοκίνητο για την ίδια παράβαση του ορίου ταχύ­τητας. Έτυχε ο μπροστινός νά 'ναι ρωμιός και νά 'χει ξαναπάθει. Χάρη στις δικές του διαμαρτυρίες αποφάσισαν να πληρώσουμε ακριβώς το αντίτιμο της κλήσης. Μας έκαναν αυτή τη χάρη τα όργανα της τάξης, οι φρουροί της εντιμότητας.
Έπρεπε να διασχίσουμε πάνω απ' το μισό της απέραντης, όπως μου φάνηκε τότε, χώρας για ν' αρχίσει το τοπίο να μερεύει, να εξανθρωπίζεται. Τα χωριά έπαυαν ν' απαρτίζονται από γιαπιά δίχως σιδεριές στα μπαλκόνια και δειλά δειλά ξεχώριζες κάποιες γλά­στρες ή κάποιο κουρτινάκι, μια υπερβολικά τονισμένη γραφικότητα που άγγιζε το κιτς με παλιά σπίτια στολισμένα με συντριβανάκια πυργίσκους και μπαρ. Η Coca Cola παντοδύναμη. Σ' ανατολή και δύση. Παντοκράτειρα στέγαζε τη γεύση μας. Όπου Coca Cola πατρίδα Όπου Coca Cola χάμπουργκερ και σιγουριά Εδώ κανείς δεν πεθαίνει της πείνας, φώναζε. Κάποτε ήταν ο Δούναβης. Πανταχού παρών. Γεφύρωνε την Ευρώπη. Τώρα το κόκκινο ομπρελάκι της Coca Cola. Άλλωστε όσο βορειότερα προχωρείς, τα σύνορα διαχέονται. Δεν καταλάβαινα τι εξυπηρετούν αυτά τα φυλάκια. Τα σπίτια ίδια, οι άνθρωποι όμοιοι, η φύση σε εξέλιξη. Κι όμως στα φυλάκια αυτοί οι αμούστακοι νεαροί σε κοιτούσαν τόσο καχύποπτα λες και πας να εισβάλεις, λες και θες ν' αποσπά­σεις κάτι πολύτιμο.
Κι έπειτα το απίστευτο θέαμα της ωτοστράντα που εκμηδένιζε τις αποστάσεις κι έκανε το φιατάκι μας να μοιάζει με χελώνα.
Εγκαταστάθηκα αρχικά στη Ρώμη. Η πρώτη γεύση, απογοήτευ­ση. Αυτή ήταν λοιπόν η αιώνια πόλη; Είχα στο νου μου μια μεγέν- θυση της αρχαίας Αθήνας. Με το λευκό να κυριαρχεί. Και συνά­ντησα μια πόλη κόκκινη, χτισμένη με φτηνά τούβλα, όπου οι περί­φημες πολυδιαφημισμένες κρήνες της στριμώγνονταν σε γωνίες που θύμιζαν ακάλυπτους πολυκατοικίας. Χρειάστηκα χρόνο για να γνωρίσω τη Ρώμη και να την αγαπήσω. Να συνηθίσω το κεραμιδί που δένει με το φαιό, να συνδέσω το μέγεθος του Κολοσσαίου με τον Άγιο Πέτρο και τα μνημεία του Μουσσολίνι και προπαντός να γνωρίσω τους Ρωμαίους, να διδαχθώ τις τεχνικές του έρωτα που περδιαβαίνει χαριτωμένα τις αλέες και τα υπαίθρια καφενεία.
Οι δικοί μου έμειναν μέχρι που μου εξασφάλισαν το φοιτητικό μου δωμάτιο. Έπειτα έμεινα αρχικά με ανακούφιση για πρώτη φορά μόνος. Δεν άργησα να καταλάβω ότι η ελευθερία είναι άδεια λέξη, αν δεν την κουβαλάς μέσα σου. Η μοναξιά ήταν στιγμές που με βάραινε και τότε επιθυμούσα ακόμη και τους καυγάδες που έκανα με τον πατέρα μου. Έπαιρνα τηλέφωνο απ' τον κερματοδέ­κτη ίσα για να πω: "Είμαι μια χαρά. Μη νοιάζεστε". Η μάνα κατα­λάβαινε. Έβρισκε μύριους τρόπους να μου στέλνει παράνομα λεφτά, και ντολμαδάκια που μου άρεσαν. Προσπαθούσα να προ­σαρμοστώ. Ήταν για μένα θέμα τιμής. Έπρεπε να τα καταφέρω.
Πρώτη εικόνα παραλόγου. Στο σύλλογο των φοιτητών σημαία η μορφή του Παναγούλη. Για μένα τούτος ο δον Κιχώτης δε σήμαινε το παραμικρό. Το φιάσκο της απόπειρας τον καταδίκαζε στα μάτια μου. Δεν καταλάβαινα τη σκοπιμότητα κάποιων εκρήξεων τη νύχτα. Κανείς δε μπορεί να ξυπνήσει έτσι ένα λαό κι έπειτα δεν ήθελα να μου επιβάλουν κάποιοι τρίτοι την επιλογή. Στο βάθος πίστευα ότι όλα τα πολιτικά συστήματα καταπιέζουν και δε βιαζό­μουν να υπερασπιστώ κανένα τους. Θυμόμουν το Ντοστογιέβσκι που έγραφε. "Καθένας πηγαίνει προς το λαό χωρίς να γνωρίζει τίποτε γι' αυτόν. Καθένας φαντάζεται διαφανή κοινόβια γεμάτα από ευτυχισμένους, ευγενικούς και συμπαθητικούς ανθρώπους. Καθένας ευαισθητοποιείται στην ιδέα μιας εξ ίσου κατανομής των αγαθών μεταξύ όλων των τάξεων. Η πολιτική οικονομία γίνεται ποίηση. Η Επανάσταση χάνει τη μυρωδιά του σφαγείου. Η επι­στημονική πρόοδος συμμαχεί με τα δόγματα της ορθόδοξης θρη­σκείας. Η συνωμοσία γίνεται σχεδόν ένα πολιτικό καθήκον για την πανεπιστημιακή νεολαία. Η μικρή μπουρζουαζία είναι σε πλήρη ζύμωση. Δεν πρόκειται για μιαν Επανάσταση από το λαό, αλλά για το λαό".
Ήταν σα να περιγράφει τη ζωή μας στην Ιταλία Στην Ελλάδα όλοι μουρμούραγαν, αλλά στο βάθος όλοι ήταν βολεμένοι με τη χούντα. Κανείς δε νοσταλγούσε τις απεργίες και καμιά βόμβα δεν απειλούσε τη νάρκη, που τους καθήλωνε στο γύψο του δικτάτορα. Στην Ιταλία όμως άλλα πίστευαν. Τα παιδιά των μικροαστών που με τόσες στερήσεις έστελναν στα ξένα, αντί για σπουδές σχεδία­ζαν εκ του ασφαλούς την Επανάσταση για το λαό. Τα Πανεπιστήμια ήταν γιάφκες αντιστασιακών που πρέσβευαν ότι "όποιος δεν είναι μαζί μας είναι φασίστας" κι η Τύχη με ευνόησε τόσο που να συγκατοικήσω μ' έναν αληθινό χαφιέ, που πάσχισε να με ψαρέψει απ' την πρώτη κιόλας μέρα. Δεν πίστευα στις ετικέ­τες. Δε μ' άρεσε να κατατάσσω τους ανθρώπους. Δεν έδωσα σημασία στις ενδείξεις. Αφέθηκα στη γοητεία της ιταλικής ζωής. Έπρεπε να μάθω καλά τη γλώσσα κι έκανα παρέα μόνο μ' Ιταλούς. Οι εξετάσεις ήταν τυπικές. Δεν ήξερα ότι ήταν ελεγχόμενες απ' την Αριστερά. Τα ιταλικά Πανεπιστήμια έπρεπε να συμβάλουν στην αντίσταση με το να περιθάλπουν τους αριστερούς και να στιγματίζουν τους φασίστες. Παραμονή των εξετάσεων μού 'κανε την κατήχηση ο συγκάτοικος.
— Σ' έχουν στη μαύρη λίστα, μου είπε. Θα σε κόψουν. Έλα μαζί μας για να γλιτώσεις το τομάρι σου. Εκείνοι, έτσι κι αλλιώς έχουν τη γούνα τους καμένη. Ούτε διαβατήριο δε βλέπουν. Εσύ είσαι παιδί από σπίτι. Έχουμε τον τρόπο μας. Δε θα κοπιάσεις. Ένας χρόνος όλος κι όλος κι έπειτα στην Αθήνα μετεγγραφή. Το αρνί που μένει έξω απ' τη στάνη το τρώει ο λύκος.
Δεν ήταν κακό παιδί. Ήθελε το καλό μου. Όμως εγώ δεν ήθελα ν' ανήκω πουθενά Ούτε στην Αριστερά, ούτε με τους φασίστες. Ήθελα μόνος μου ν' αποφασίσω, ήθελα νά 'χω το δικαίωμα επι­λογής.
Οι εξετάσεις ήταν παρωδία. Σ' ένα κατάμεστο αμφιθέατρο. Πριν από μένα όλοι περνούσαν με μιαν ερώτηση του τύπου "Τι καιρό έχει σήμερα;" ή "Τι μέρα έχουμε;" ή "Πόσων χρόνων είσαι;" Για μένα όλα ήταν διαφορετικά Μου πρόσφεραν εφημερίδα. Διάβασα το κεντρικό της άρθρο και το συζήτησα με τους εξεταστές μου για μιαν ώρα. Το διασκέδαζα. Ήξερα ότι δε μπορούσαν να με πιά­σουν πουθενά. Το ακροατήριο αδημονούσε, όσο ανταλλάσσαμε φιλοσοφικές απόψεις. Μ' ευχαρίστησαν ευγενικά κι η γαλαρία μού 'σφίγγε κρυφά το χέρι. Δεν ένιωθα ότι έκανα κάτι το ξεχωρι­στό. Ήμουν απλώς ο εαυτός μου. Γι' αυτό κι έπρεπε να πληρώσω. Η εποχή δε σήκωνε ουδετερότητα. Δεν είναι ότι μ' έκοψαν στη γλώσσα. Ήταν που άργησαν τόσο τ' αποτελέσματα να εκδοθούν, έτσι που είχαν λήξει οι προθεσμίες εγγραφής σ' όλα σχεδόν τα άλλα ιταλικά Πανεπιστήμια. Την τελευταία στιγμή πρόλαβα το Πανεπιστήμιο της Περούτζια, πάντα ελπίζοντας στην τελική μου νίκη. Αν το σύστημα ήταν στραβό δε θα καθόμουνα εγώ να το ισιώσω. Δε μ' αφορούσε η εκπαίδευση στην Ιταλία. Να περάσω τα μαθήματα ήθελα και να βρεθώ μιαν ώρα αρχύτερα στην Ελλάδα.
Με δικτατορία ή με δημοκρατία, η Ελλάδα ήταν η χώρα μου κι η ντόλτσε βίτα ήταν αναιμική μπροστά στη σιγουριά που μου πρό­σφεραν οι παρέες της Αθήνας, παρέες που με τόσες θυσίες κατά­φερα να στήσω θυσιάζοντας γι' αυτές ένα κομμάτι του εαυτού μου. Παρέες όπως η Άννα, η γυναίκα που με μύησε στον έρωτα. Στα δεκαπέντε μου εκείνη υπήρξε η πρώτη μου ερωμένη.



 4η συνέχεια Απόσπασμα από "Ονείρου απατηλότερα"
Μαρία Αρβανίτη Σωτηροπούλου
Δημοσιεύτηκε από τον χρήστη

Παρασκευή 20 Δεκεμβρίου 2013

Γρηγόρης Δάλλης -Έκθεση φωτογραφίας.

ΜΙΑ ΡΕΑΛΙΣΤΙΚΉ ΠΡΟΣΈΓΓΙΣΗ ΤΗΣ ΜΕΓΆΛΗΣ ΓΙΟΡΤΉΣ ΠΟΥ ΈΡΧΕΤΑΙ ΝΑ ΑΦΥΠΝΊΣΕΙ ΓΙΑ ΝΑ ΥΠΕΝΘΥΜΊΣΕΙ ΤΗΝ ΑΝΘΡΏΠΙΝΗ ΠΛΕΥΡΆ ΤΩΝ ΠΡΑΓΜΆΤΩΝ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΊΝΑΙ ΠΆΝΤΑ ΚΑΙ ΓΙΑ ΌΛΟΥΣ ΔΕΔΟΜΈΝΑ!



Πότε: 19 Δεκεμβρίου 2013 // ώρα: 19:00
Πού: στο “Propaganda Rollin co. Store Art Room”, Ισαύρων 7, Θεσσαλονίκη.
Διάρκεια έκθεσης: 19/12/2013 - 15/01/2014, ώρες καταστημάτων.
Ο Γρηγόρης Δάλλης γεννήθηκε το 1971 και ζει μόνιμα στην Κοζάνη. Το επάγγελμά του είναι Υπ. ΔΕΗ. Ασχολείται με την φωτογραφία από το 1998.

Στο ενεργητικό του έχει πολλές συμμετοχές σε εκθέσεις φωτογραφίας, ομαδικές ,παρουσία σε ηλεκτρονικά και έντυπα μέσα, σε Ελλάδα και εξωτερικό, συμμετοχές σε φεστιβάλ, παρουσία σε κριτικές επιτροπές και πολλές άλλες δραστηριότητες που συνδυάζουν την φωτογραφία, τα εικαστικά και άλλες μορφές καλλιτεχνικής δημιουργίας.

Ο ίδιος πιστεύει ότι η τέχνη γενικότερα έχει κοινά σημεία σε οποιαδήποτε μορφή της και αντλεί εικόνες και έμπνευση για να εκφραστεί από, οτιδήποτε καταφέρνει να τον αγγίξει και να τον “συν-κινήσει”. Διατηρεί τον διαδικτυακό τόπο www.dallis.gr, όπου παρουσιάζει μέρος της δουλειάς του.

Η έκθεση του στο “Propaganda Rollin co Store ArtRoom” παρουσιάζει ένα μέρος της προηγούμενης έκθεσής του, στην “Τεχνόπολη-Γκάζι“, παρέα με καινούριες φωτογραφίες της ίδιας σειράς. Αποτυπώνει, εκ των έσω, την εργασιακή καθημερινότητα των εργαζόμενων στα ορυχεία της ΔΕΗ στην Κοζάνη!

Οι ημέρες αυτές είναι οι ημέρες που όλοι μας έχουμε συνδυάσει με πολύχρωμα λαμπιόνια να στολίζουν όλους τους χώρους και να δημιουργούν το εορταστικό περιβάλλον που έχουμε γνωρίσει και συνηθίσει!

Ο Γρηγόρης Δαλλής θα μας φέρει πιο κοντά στους ανθρώπους αυτούς που με το έργο τους προσφέρουν σε εμάς αυτό το αγαθό και θα μας υπενθυμίσει την ύπαρξή τους, ειδικά τις μέρες των γιορτών που όλα αυτά τα φώτα γύρω μας θα μπορούσαν απλά να σβήσουν αν αυτοί δε βρίσκονταν εκεί την ώρα που εμείς οι υπόλοιποι στολίζουμε χριστουγενιάτικα δέντρα, τρώμε μελομακάρονα ή πίνουμε το κρασί μας και ζούμε τα Χριστούγεννα!

Μια ρεαλιστική προσέγγιση της μεγάλης γιορτής που έρχεται να αφυπνίσει για να υπενθυμίσει την ανθρώπινη πλευρά των πραγμάτων που δεν είναι πάντα και για όλους δεδομένα!

Η καμπάνα του Πόντου κτυπά στο Βέρμιο

(Ομιλία του καθηγητή-συγγραφέα Κώστα Νίγδελη στην παρουσίαση του βιβλίου της Παρθένας Τσοκτουρίδου «Η καμπάνα του Πόντου χτυπάει στο Βέρμιο» στην Αίθουσα Κρητών Θεσ/νίκης την Παρασκευή 13 Δεκεμβρίου 2013)

Και πρώτα - πρώτα ποια είναι η καμπάνα του Πόντου;. Και είναι η μοναδική άραγε, γιατί κάπως έτσι μας τα λέει ο τίτλος του πονήματος; . Και άντε να το δεχτούμε αυτό αλλά γιατί ρε αδελφέ μόνο στο Βέρμιο.
Ιδού λοιπόν η απορία μας! Και για του λόγου το αληθές ο επιμελητής του πονήματος, που μάλλον είναι η αφεντιά της, μας προδιαθέτει, για το τι θα επακολουθήσει στις μετέπειτα, εσωτερικές, σελίδες, με μια γνωστή φωτογραφία  από τις πορείες του θανάτου τοποθετώντας στο πάνω μέρος  μια μεγάλη καμπάνα. ίσως γιατί έτσι ταίριαζε. αλλά.
Θα μου επιτρέψετε, φίλες και φίλοι, βλέπετε σήμερα αρχίζω λίγο παράξενα μπαίνοντας απευθείας στο ψητό, κατά το κοινώς λεγόμενο, να σταθώ εδώ ακριβώς, στο τίτλο. που ναι μεν είναι παράξενος αλλά κατά την προσωπική μου άποψη τα μάλα αποκαλυπτικός.
Η καμπάνα λοιπόν.
Μια ανθρώπινη κατασκευή που σημαίνει ΕΠΑΓΡΥΠΝΗΣΗ. δηλαδή συνεχώς μας κρατά σε εγρήγορση στο άκουσμά της. ΑΦΥΠΝΙΣΗ. μας ξυπνά, μας ενεργοποιεί. διαδίδει και διασώζει με το άκουσμά της.
Αλλά ακούω τον Θόδωρο να μου λέει, καλά όλα αυτά Κώστα μου, αλλά από τι και σε τι.
Από όλα αυτά φίλε μου καλέ, που δυστυχώς τώρα τελευταία λησμονούμε. διώχνουμε από τις μνήμες.. Μας επαναφέρουν (ει) τις διώξεις, τις ταλαιπωρίες, τη λευκή σφαγή όπως ορθά επισημαίνει η συγγραφέας.
Και εδώ οφείλω, έτσι πρέπει, να ομολογήσουμε και μόνο με το διάβασμα του τίτλου και την σχετική φωτογραφία του εξωφύλλου, ένα ΜΠΡΑΒΟ στην συντάξασσα το πόνημα και την ικανότητά της να μας μυήσει σιγά, μα προοδευτικά και σταθερά, στις δικές της ατραπούς από την αρχή. και θα έλεγα επιπρόσθετα αριστουργηματικά.

Τώρα και προτού προχωρήσω στις δικές μου αποκαλύψεις, ευχαριστώ θερμώς τόσο τον φίλο Θεόδωρο Σάντα, όσο και την κυρία Παρθένα Τσοκτουρίδου, για την ευκαιρία που μου έδωσαν να διαβάσω ένα όμορφο βιβλίο. αλλά κυρίως να το μελετήσω. να παίξω αν θέλετε με τις σελίδες του, να ονειρευτώ με τις δράσεις του.  
Αρχίζω. ανάποδα. και ολίγον φιλολογικά που λένε.  Βλέπετε είμαι εις εκ των πρωταγωνιστών της βραδιάς και κατά συνέπεια σε με η τιμή και η προσπάθεια να αναδείξω την δουλειά της κυρίας.
Παρατήρηση Α
ΓΛΩΣΣΑ.: ζωντανή. ακριβής. πλούσια. και λυρική..
 Σαν τα γάργαρα νερά ενός μικρού ποταμού. Τη βλέπεις να τσουλά, συγγνώμη για το αδόκιμο της λέξεως, μα είναι ειλικρινά μια γλώσσα που κελαηδά στα αυτιά σου, για εκεί και τότε και ίσως, ίσως, μερικές φορές για το σήμερα.
ΥΦΟΣ: μα ρέον. περιγραφικό. ζωντανό..
Διότι απλούστατα η κυρία μας χρησιμοποιεί κατά κόρον  εικόνες κυρίως οπτικές- ακουστικές. προσέξτε το σας παρακαλώ, δηλαδή μια τεχνική  με ότι μπορούμε να «δούμε» με τη φαντασία. αλλά και ακουστικές. ότι μπορούμε να «ακούσουμε».
Α, ναι και κάτι ακόμα που με εξέπληξε θετικά είναι αλήθεια μιας και είχα καιρό να διαβάσω τέτοια κείμενα. Βεβαίως δεν το ξέρω αν το έπραξε συνειδητά ή αν της βγήκε αλλά σε κάθε περίπτωση μπράβο και πάλι μπράβο διότι στήνει τα κείμενα  αριστοτεχνικά και χρειάζεται ή μάλλον πρέπει να κατέχεις καλά τη γλώσσα για να μπορέσεις να πετύχεις με τούτη τη μέθοδο.   ΟΜΙΛΩ φίλες και φίλοι για τη μέθοδο  του εγκιβωτισμού δηλαδή τη μια ιστορία μέσα στην άλλη. όπως στις 16, 23, 40-41 κ.α. δηλαδή κάτι το συνηθισμένο για δαύτηνε.
Και κάτι ακόμα που θα ήθελα να μας το πει η ίδια, μόλις τελειώσει η αφεντιά μου.  Κάπου στο τέλος βλέπω, όχι ενορατικά φυσικά, και κάποια ΚΡΥΠΤΟΠΡΟΣΩΠΙΑ. της Μαρίας δηλαδή. που τη βάζει για να μην φανερωθεί η ίδια.
Και φυσικά. ένα κείμενο δοσμένο με ψυχή. που περιγράφει συχνά -πυκνά τοπία, ανθρώπους και κτήρια. με πάρα πολλούς ήρωες που τους ζωντανεύει, τους χαρακτηρίζει αλλά και τους ηθογραφεί.
Και κάτι ακόμα, πολύ σημαντικό φίλες και φίλοι. από τη μελέτη των αράδων  προκύπτει πως σέβεται και αγαπά τη φύση.
Βεβαίως και το πλέον σημαντικό, σκοπός αν θέλετε της συγγραφής του πονήματος.  βλέπετε είναι φανερή η προσπάθεια από την αρχή μέχρι το τέλος,  είναι η αγωνία της αλλά και ο πόθος της να μεταδοθούν στη νέα γενιά η ιστορία και η λαϊκή παράδοση της δικής της ράτσας που είναι αυτή  των Ποντίων.  Και εδώ βλέπουμε τον πλούσιο κόσμο της να αναδύεται μέσα από τα κείμενά της.  τους ζωντανούς διαλόγους,  όχι φυσικά στο ποντιακό ιδίωμα. έξυπνο τέχνασμα, μιας και απευθύνεται σε όλη την νεολαία,  γιατί όπως πάντοτε φίλες και φίλοι διακηρύσσω και εγώ η «παράδοση είναι η άγνωστη χώρα από την οποία καταγόμαστε. Άρα ως άγνωστη χώρα την εξερευνούμε αλλά και ως χώρα καταγωγής την αγαπάμε».
Βλέπουμε δηλαδή την προσπάθειά της για φυλετική συνείδηση- συνέχεια που κατά την άποψή μας μπορεί να επιτυγχάνεται με την κατάλληλη αφήγηση και την τεχνική της μεταφοράς της δράσης από το παρόν στο παρελθόν (χρησιμοποιεί την αναδρομή) ή του τότε στο τώρα. (σελ 26, 40-41, 52, 57, 87 κ.α.)
Και τέλος. φυσικά όχι της σημερινής παρουσίας μου. δεν θα απαλλαγείτε εύκολα από την αφεντιά μου, με τη χρησιμοποίηση ιδιαιτέρων αφηγηματικών  τίτλων που σε κάθε περίπτωση  είναι δηλωτικοί του περιεχομένου. πχ Προλήψεις και δεισιδαιμονίες. ε;

Τώρα. ξέρεις Δημήτρη μου γιατί μου άρεσε το βιβλίο;
Λοιπόν. Ως γνωστόν. δεν είμαι ποιητής μα και ούτε και σοβαρός λογοτέχνης. Απλά το σύνολο σχεδόν των πονημάτων μου είναι ιστορία και . παράδοση.
Και είναι γεγονός πως όταν πρωτάκουσα τον τίτλο και την πρόταση είπα πως. πάλι θα μιλήσουμε για κάποιο καλό μυθιστόρημα ή απλά ένα λογοτέχνημα.
Αμ δε!
Όταν το πήρα στα χέρια μου και το ξεφύλλισα, νομίζω. θυμάμαι καλά τις στιγμές, ενθουσιάστηκα. Όταν δε το μελέτησα.. ε, τότε, ένιωσα κάποιο περίεργο σκίρτημα της καρδιάς.
Βλέπετε ο έρωτάς μου.. . για την παράδοση. εκείνη τη στιγμή ανέβασε την αδρεναλίνη μου  στα ουράνια.
Απέναντί μου λοιπόν είχα μια κυρία- ένα πόνημα που με τρόπο ευρηματικό μα συνάμα ποιητικό, μετέφερε στον αναγνώστη όλα αυτά που η αφεντιά μου τόσα χρόνια πασχίζει αλλά με ύψος . στεγνό.
Όλα αυτά δηλαδή που εγώ προσπαθώ να δώσω περιβάλλοντάς τα με μια κάποια αχλή  επιστημοσύνης, η κυρία μας από δω, τα  μεταφέρει απλά  στις αράδες του βιβλίου της πρωτίστως με πλούσια συναισθήματα. και όπως προείπα όλα δοσμένα με ψυχή.
Για όλα: Προλήψεις, δεισιδαιμονίες,  μάγισσες, βρικόλακες κλπ, κλπ, κλπ.
Επιτρέψτε λοιπόν  φίλες και φίλοι, μια περαιτέρω και ίσως πλέον αναλυτική ματιά, έτσι για να επιβεβαιωθεί του λόγου το αληθές της αφεντιάς μου. για τούτο το καλαίσθητο πόνημα το οποίο ανεπιφυλάκτως σας προτείνω να διαβάσετε. μιας και κατά την άποψη μου δικαιώνει πλήρως τουλάχιστον,  τον θάνατο μερικών αγιοκεριών του παγκόσμιου ναού της φύσης. ποιητικό ε, Δημήτρη, δηλαδή μερικών  δένδρων  για τη δημιουργία  του χαρτιού. 

Κεφάλαιον Πρώτον.
Προλήψεις και δεισιδαιμονίες.
Κατά την άποψη μας το πλέον λογοτεχνικό κείμενο του βιβλίου. δοσμένο με μια αίσθηση γαλήνης αλλά και προκαλώντας  το ενδιαφέρον του αναγνώστη. γεμάτο  λυρισμό και εικόνες από τη φύση ή καλύτερα, αν θέλετε,  εύστοχη απεικόνιση της φυσικής ομορφιάς. Για δέστε: «Τα άλογα πέρα στις κορυφές των πλαγιών, απορροφημένα από την στρατηγική τέχνη της φύσης να τα μεταναστεύει από το φως της μέρας στο ασημόφωτο της νύχτας, στέκονταν ολόρθα, στητά κι ακίνητα. Δίχως ούτε στιγμή να στρέφουν το κεφάλι τους, συλλάμβαναν τα' αυθεντικά μηνύματα της φύσης για το ταξίδι της ανάπαυσης από τις ημερήσιες δραστηριότητες. Τα γλυκόλαλα τραγούδια του ζωικού βασιλείου γύρω από τους ανθούς διακόπηκαν  από τις βαριές  περπατησιές των ζώων σβήνοντας κάθε ίχνος μουσικής σάλπιγγας στη φύση.».
Και φυσικά όχι μόνο αυτά.  Κάπου στις αράδες του βλέπουμε  το ιδεολογικό της υπόβαθρο .παραδοσιακή σπιτική ζωή. μας λέει.  κάνει αναφορές  στην ιστορική τους καταγωγή. προβαίνει σε χαρακτηρισμούς ανθρώπων. ντόμπροι- ειλικρινείς, με ασύγκριτοι λεπτότητα.  κάνει αναφορές στις δοξασίες.  τους βρικόλακες αλλά και για τις μάγισσες. για να επανέλθει στη ζοφερή πραγματικότητα:  τα φσάχα. τα εγγόνια. αντιμετωπίζουν μάλλον αδιάφορα  τους μύθους, ε και τι έγινε; Σε αντίθεση με τον γέροντα παππού που τους πιστεύει ως αληθινούς.

Κεφάλαιο Δεύτερο
Ένα ταξίδι στη Ρωσία και στον Πόντο.
Πολύ όμορφα δοσμένο αλλά εγώ θα επιμείνω σε αυτά που μου έκαναν εντύπωση περισσή.
Έτσι έχουμε λοιπόν την  ιστορία για παράδειγμα της Γκιουλ Παχάρ. που χρησιμοποίησε την τεχνική του εγκιβωτισμού.
Τον νόμο των τριών, δηλαδή κάτι που πρέπει να γίνεται τρεις φορές για να πιάσει καλά (σ. 17) .
Αλλά κυρίως την εξυπνάδα που συνήθως καλά χρησιμοποιούμενη οδηγεί σε κοινωνική άνοδο.  Δοσμένο αριστοτεχνικά με τη ιστορία  να θυμίζει κάποιο παραμύθι όπου η φτωχή και άσημη κοπέλα φτάνει στην κορυφή της κοινωνικής  ιεραρχίας χάρη στην εξυπνάδα και την ευγένεια. (σ17)
Και τέλος. ε, εδώ το θάμα. το μεγαλείο.. Η προσέγγιση του πανανθρώπινου μεγαλείου.
Η ΘΡΗΣΚΕΙΑ ως διαχωριστική γραμμή καταργείται διότι ο Θεός είναι ΕΝΑΣ ΚΑΙ ΜΟΝΑΔΙΚΟΣ και πως κάτω από τον έναστρο ουρανό, εγώ, εσύ, αυτός εκείνη παρακαλάμε τον ίδιο το θεό ίσως ίσως λίγο διαφορετικά.. Πως πάμε να τον συναντήσουμε από διαφορετικές ατραπούς. Εγώ από δω, εσύ από κει, αυτός από πέρα κλπ.
Αλλά, βρε,  Παρθένα μου και πόσο όμορφα κλείνεις το κεφάλαιο: ευφορία. ηρεμία.. Αγαλλίαση. ψυχική ανάταση..


Κεφάλαιον Τρίτον
Θυμοσοφικά
Και τι δε βλέπουμε. Παράδοση. . εγκιβωτισμένες παράλληλες θα έλεγα ιστορίες,  αναμνήσεις από την πατρίδα, συγκίνηση από τα μουσικά της ακούσματα. τα παρακάθια, δηλαδή την κοινωνική ζωή, και οι γνώσεις - πληροφορίες δοσμένες πανέξυπνα με σπιρτόζους διαλόγους..
-Τι εργόχειρο κάνεις; Ρώτησε η Ειρήνη
-Πλέκω ορτάρια
-Τι είν' αυτά; Ρώτησαν τα μικρά κορίτσια
-Κάλτσες. τις πλέκω με το μονοτσούπι (βελόνα)
 .εικόνες από τη  φύση με τελικό απαύγασμα την ΕΙΡΗΝΙΚΗ ΣΥΝΥΠΑΡΞΗ φύσης και ατόμου.

Κεφάλαιο Τέταρτον
Τα απομνημονεύματα του Κυρ Κώστα.
Σε τούτο το κεφάλαιο ο αναγνώστης μπορεί να περιηγηθεί σε ένα ποντιακό σπίτι.
Ναι ναι να μάθει τα πάντα. Από κατασκευή μέχρι εξοπλισμό τους..
 Έτσι απλά φίλοι μου  με ακρίβεια εξονυχιστική και με τρόπο που αποπνέει νοσταλγία. με το οξύ βλέμμα της κυρίας που φανερώνει την ικανότητα στην περιγραφή μαθαίνουμε για το κρενίν= βρύση, (κρήνη), το γκιούμι, το κουφάν= ξύλινο βαρελάκι, φαγίν= φαγητό, χαλκοτσούκ= χάλκινη αλυσίδα,  σοχωνόν= τζάκι. το ταντούρι.
Αλλά και να μάθει επίσης  πως τα σπίτια τους ήταν στεγασμένα με πέτρινες πλάκες. πως το μεσημβρινό του τμήμα ήταν σκαμμένο για το στάβλο κι από πάνω το ηλιακόν= δωμάτια. πως η στέγη ήταν ενισχυμένη με ίσα χοντρά δοκάρια οξιάς. η κεντρική είσοδος  είχε μια βαριά ξύλινη πόρτα που έμπαζε στο μεγάλο χολ κλπ
Αλλά και μια ακόμα σημαντική αλήθεια.
Πως πολλές φορές η κοινωνία μας - ο κόσμος- οι ηγεσίες μας δεν αποδέχονται τις ντόμπρες ή και έξυπνες απαντήσεις. και εξοβελίζουν τους ανθρώπους που έχουν αυτές τις ικανότητες.
Η απάντηση για παράδειγμα του δασκάλου στο ερώτημα του Τούρκου γιατί γυμνάζει τα ελληνόπαιδα στις κονταρομαχίες:
-Νομίζω πως δε κάνω κακό. αλλά μάλλον καλό. διευκολύνοντας τα να μην δυσκολευτούν τα παιδιά όταν θα τα γυμνάζει στο μέλλον η Τουρκική πατρίδα..
Για να αυτοεξοριστεί στην συνέχεια... μιας και γιατί από καιρό είχε μπει στο μάτι των απέναντι.  

Κεφάλαιο πέμπτο
Η Παναγία Σουμελά
Ε, πώς να το κάνουμε. έλληνες, καλοί χριστιανοί, αλλά η Παναγιά μας. μόνο Σουμελά.
Σε τούτο  το κεφάλαιο η συγγραφέας βρίσκει την ευκαιρία με εύσχημο τρόπο να μας πει πολλά και διάφορα, από την αρχή μάλιστα, με την εισαγωγή, με τέχνασμα,  της φωνής του ιερέα.
Για την ιστορία του μοναστηριού, την εξήγηση του ονόματος, με διάφορες λεπτομέρειες της ιστορίας της άγνωστες εν πολλοίς στο διάβα του χρόνου, με τους θρύλους και τις παραδόσεις γύρω από αυτή αλλά φυσικά και τη θαυματουργή εικόνα της.
Τελικό αποτέλεσμα:  η ανάδειξη του ως ενός ή καλύτερα του σπουδαιότερου για τη δική της ράτσα θρησκευτικού μνημείου, τότε, αλλά και σήμερα ως το κέντρο όλων των προσφύγων των προερχομένων από τα μέρη εκείνα.

Κεφάλαιο έκτο
Παρχάρια
Στο κεφάλαιο αυτό μέσω των πολλαπλών εικόνων που χρησιμοποιούνται διαπιστώνει ο αναγνώστης  πως με τρόπο συγκινητικό διατηρούνται μια σειρά εθίμων προερχομένων από εκεί και τότε: πλύσιμο  ρούχων -πιάτων με σταχτόνερο, αλάτι στα τηγάνια που κολλούσαν, το πλύσιμο του σώματος με αγνό σαπούνι παρασκευασμένο μόνο από λάδι. Πως η ζωή στη νέα πατρίδα συνεχίσθηκε  πάνω ακριβώς σε τούτες τις από το λυκαυγές του χρόνου συνήθειες . με τα γνωστά πανηγύρια επίσης : τις αναμνήσεις της χαράς, τη γιορτή της συνάντησης, την ψυχική ανάταση .

Κεφάλαιο έβδομο
Η αφήγηση του κυρ Νικόλα
Εγώ θα έλεγα η αφήγηση του κυρ Νίκου, του κυρ Γιάννη, του κυρ Κώστα. όλων αυτών των κύρηδων που κάποτε άφησαν τα πάτρια χώματα και μένα ντορβά στα χέρια πορεύτηκαν από τα μονοπάτια του θανάτου για να κατασταλάξουν, τότε, εδώ, στην μητέρα γη αν. αν και έφυγαν ως χριστιανοί γκιαούρηδες Έλληνες και τους δέχθηκαν ως τουρκόσπορους.
Βλέπουμε λοιπόν την παραδοσιακή οικογένεια και το από αιώνων υπαρκτό- το τονίζω υπαρκτό σεβασμό των μικρότερων προς τους γεροντότερους της ράτσας. τις αναμνήσεις  από τον αφανισμό των προσφυγικών μαζών, α, ρε, Ρεπούση,  πούσε κακομοίρα. ή αν ξέλετε καλύτερα συνοπτικά ίσως την ιστορία των προσφύγων  από τότε και σχεδόν έως τα σήμερα.

Κεφάλαιο όγδοο
Οι θύμησες της κυρά Σοφίας.
Όχι πως θα έμεναν οι γυναίκες παραπονούμενες.
Και πρόκειται φίλοι μου για μια κυρούλα όπως περιγράφεται «αρκετά κυρτή που καθισμένη  στην λαδί ξεθωριασμένη πολυθρόνα της, κρατώντας  τη φωτογραφία του παππού και τριγύρω της τα αγγόνια τους έλεγε αυτές τις πανάρχαιες ιστορίες. για κείνα τα μέρη τα ιερά, για το γένος των ποντίων που άντεξε μυριάδες χρόνια αδούλωτο.. Και για να τελειώσει μένα μήνυμα αληθινά και χωρίς περιττές πομφόλυγες συγκλονιστικό.
«Με αυτά, διηγείται η κυρούλα, κατάφερα  να αγγίξω τις μικρές ψυχές  με την τόσο συγκλονιστική ιστορία  του προπάππου, που ήρθε από το κοιμισμένο παρελθόν. τυλιγμένη και καλυμμένη από την ομορφιά της ψυχής  του. την οποία έπρεπε να ανακαλύψουν. Έτσι φαντάζομαι πως θα νιώσουν περήφανοι  και ο θάνατος εκείνων των ημερών θα καταλάβουν πως είναι γλυκός, τιμημένος και ιερός, εφόσον αφορούσε την ιστορία των ξεκληρισμένων εκείνων ανθρώπων με τον άπειρο πατριωτισμό, τις συνεχόμενες θυσίες και τη διατήρηση της πίστης και των ηθών τους, σημάδια επιβίωσης, του πολιτισμού και της ελληνικότητάς τους.
Και πάλι όλοι μαζί αναφωνούμε: Α, ρε, Ρεπούση.

Κεφάλαιο ένατο
Η διήγηση του κυρ Γιάννη
Από αυτό το κεφάλαιο το πλέον σημαντικό μήνυμα της συγγραφέως, εκτός φυσικά από τις πολλές πληροφορίες για τα τάγματα εργασίας, τα περιβόητα Αμελέ ταμπουρού. που πολύ απλά ήταν τάγματα εξόντωσης των αντιπάλων του καθεστώτος και ιδία των Ελλήνων,  την , την φιλία, την εμπιστοσύνη αλλά  και την προδοσία- δειλία,  εκείνο που μας εντυπωσιάζει ήταν το υπαρκτό γεγονός  ενός γεγονότος, που πιστεύω θα μας αφηγηθεί η συγγραφέας, μεταξύ ενός  Τούρκου σκοπού  και Ελλήνων φυγάδων όπου. η ανθρωπιά, φίλες και φίλοι μου,  καταργεί ΠΡΟΣΟΧΗ ΠΑΡΑΚΑΛΩ  τους φυλετικούς και θρησκευτικούς διαχωρισμούς, ελευθερώνει τον άνθρωπο  από τα περίεργα δεσμά του και από τα στερεότυπα που μεγάλωσε και γαλουχήθηκε.
-ΕΣΥ ΣΤΟ ΕΡΖΕΡΟΥΜ ΜΕ ΚΕΡΑΣΕΣ ΚΑΦΕ, λέει ο Τούρκος σκοπός. για τους αφήσει και μάλιστα καθ' υπόδειξή του,  του πλέον ασφαλούς μονοπατιού.

Κεφάλαιο τάδε.
Το τροπάριο του Αγίου Γεωργίου.
Μέχρι πρότινος πίστευα πως είναι δικός μας άγιος και πως εμείς, τα ξαδέρφια σας, τον ευλαβούμασταν περισσότερο αλλά. μάλλον έκανα λάθος. γιατί βλέπω πως και εσείς έχετε τον ίδιο ύμνο για τη χάρη του, έστω και ελαφρώς παραλλαγμένη.
Όμως. όμως φίλες και φίλοι θα μου επιτρέψετε, κάνοντας κατάχρηση του χρόνου σας, δυο τρεις αράδες έτσι απλά για την ιστορία του. που δεν είναι παρά η πολύ γνωστή ιστορία της θυσίας της βασιλοπούλας . βορά στο θεριό για να απελευθερώσει την περιοχή από τα δεινά της έλλειψης του νερού. ΔΗΛΑΔΗ πού απλά  η προσαρμογή που πανάρχαιου μύθου του ΠΕΡΣΕΑ  ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΝΔΡΟΜΕΔΑΣ,  στη χριστιανική παράδοση.
Αλλά και κάτι ακόμα αφιερωμένο εξαιρετικά στον κυρ ΑΛΕΚΟ ΜΑΣ. τον ΔΑΦΝΟΜΗΛΗ ΝΤΕ.
Κάποιο γειτονόπουλο μ' αγαπούσε πολύ. Τον έλεγαν Γιώργο. Τα ίδια συναισθήματα έτρεφα κι εγώ για  εκείνον. Η αγάπη ήταν κρυφά φωλιασμένη μέσα μας. Φοβόμασταν να τη εξωτερικεύσουμε, επειδή φοβόμασταν και ντρεπόμασταν.
Κάπως έτσι, όπως και σήμερα δηλαδή. 

Στα επόμενα κεφάλαια κυριαρχεί το δρώμενο- μυστήριο του γάμου. Δεν θα αναφερθώ σε τούτο, εξάλλου λίγο πολύ όλοι παντρεμένοι είμαστε. αλλά μονάχα μια αναφορά  που μου κέντρισε αρχικά την περιέργεια και στη συνέχεια  διαπίστωσα πως δίδεται με τρόπο έξυπνο και μάλιστα εμβληματικό. Πρόκειται  για τη λαϊκή εξήγηση της σημασίας του επτά.
Έτσι στην ερώτηση γιατί  επτά τα μονοστέφανα.. του μικρού, βλέπουμε πως η απάντηση περιέχει τους 7 σοφούς της αρχαιότητας, 7 τα θαύματα του κόσμου, σε 7 μέρες δημιουργήθηκε ο κόσμος,  7 τα μυστήρια της εκκλησίας κλπ.

Φίλες και φίλοι, ελπίζοντας πως δεν σας κούρασα, λίγο ακόμα την ανοχή σας.
Ειλικρινά το πιστεύω αυτό, πρόκειται περί ενός καλού βιβλίου, μέσα από το οποίο αναδύονται με τη βοήθεια της κυρίας γνώσεις υπέροχες, πολλές, τα δρώμενα ενός ολάκερου λαού. σιγά, μυητικά, σχεδόν αγαπησιάρικα θα έλεγα.
Βλέπουμε, λοιπόν, λίγο παρακάτω, τους Μωμόγερους ή τα Κοτζαμάνια, τα έθιμα της Πρωτοχρονιάς, κωμικές αναπαραστάσεις της αρπαγής της νύφης. δηλαδή την τελετουργική ανάμνηση  ορισμένων πραγματικών  περιστατικών τα οποία «ξαναθυμόμαστε»  από τα μυθικά χρόνια αλλά.  Αλλά κάπου εδώ ένα ερώτημα, το οποίο θα ήθελα να μας απαντήσει η κυρία Παρθένα μας, όταν με το καλό τελειώσω . σε κανένα μισάωρο.
Έτσι λοιπόν,  αγαπητή μου φίλη, γνωρίζεις τη σημασία των γραφομένων εθίμων, για απλά τα αναφέρεις;  Διότι μας γράφεις πως οι μωμόγεροι, για παράδειγμα,  σχημάτιζαν ένα κύκλο στην αυλή της καλύβας  και χόρευαν. και 'άντε και τελείωσε; Διότι δεν φαντάζομαι πως κάποιοι, κάποτε, τότε, ή και σήμερα ακόμα, ντύνονται όπως ντύνονται και αρχίζουν να κουνιούνται. Και για να λύσω την απορία του φίλου μας του Πάρη. ε, απλά, να τονίσω πως είναι ο μαγικός- μυητικός χορός  της επιβίωσης της ζωής. για τους νέους και τους λίγο μεγαλύτερους..
Όπως φυσικά το ίδιο και λίγο παρακάτω (σ. 83) που οι ίδιοι πάλι, οι Μωμόγεροι,  σχημάτιζαν σειρές από δυάδες και διάφορα σχήματα, κάνοντας φαντασμαγορικές κινήσεις, όχι φυσικά για να αρέσουν στα κορίτσια της γειτονιάς. είναι και αυτό, αλλά κυρίως  κάνανε μιμητικές- αποτροπαϊκές  κινήσεις ενάντια στον φυσικό αλλά και άυλο εχθρό. κινήσεις και πρακτικές που μένουν αναλλοίωτες στο διάβα του χρόνου, από το λυκαυγές της ιστορίας και οδηγούνται έως το απύθμενο αύριο.
Φίλες και φίλοι,
 κάπου εδώ  η κλεψύδρα του χρόνου τέλειωσε οριστικά για με, σε τούτη την παρουσίαση, ελπίζοντας, δίκαια πιστεύω, πως  τουλάχιστον προσπάθησα.
Είναι αλήθεια πως είναι ένα πυκνογραμμένο βιβλίο γεμάτο νοήματα και πληροφορίες, εικόνες και δρώμενα, καταστάσεις πολλές και διάφορες που τσουλάνε, αδόκιμος όρος αλλά τουλάχιστον κατανοητός, ως ασπρόμαυρη ταινία εποχής και τον θεατή να ζει κάθε στιγμή τα δρώμενα, να πάσχει, να συγκινείται, να απολαμβάνει, να γελά με όλα αυτά.
Όμως θα ήθελα όμως να τελειώσω λέγοντας πως.

-αποτελεί  απόλυτη απάντηση, στη σημερινή ζοφερή πραγματικότητα της χώρας. και ίσως ίσως, αν μου δοθεί η ευκαιρία. αν δηλαδή με ρωτήσετε, θα μπορούσα πανεύκολα να το τεκμηριώσω.  λέγοντας την εν κατακλείδι (πω, πω καθαρευουσιάνικη πρόταση) απάντηση της Παρθένας: γυρνώντας στις αξίες  που σε άλλες εποχές μόρφωσαν και δυνάμωσαν τις ψυχές. αποφάσισα να είμαι κ κι εγώ αυτή που θα συνεχίσω την διατήρηση του ιστορικού παρελθόντος. Θα το κάνω στην ιερή μνήμη  όλων αυτών. εκεί και τότε.

Κυριακή 8 Δεκεμβρίου 2013

Το ΓΥΜΝΟ στη σφαίρα του Ωραίου


της Παρθένας Τσοκτουρίδου


Το ΓΥΜΝΟ στη ζωγραφική είναι ένα θέμα που ανήκει στην ανώτατη σφαίρα του Ωραίου. Για τον καλλιτέχνη δημιουργό (ζωγράφο, σχεδιαστή, γλύπτη) είναι ένα θέμα που έχει ενδιαφέρον, επειδή χάρη στη φαντασία και την ευαισθησία του, μπορεί με τις τελειότερες εκφράσεις των δημιουργικών του μέσων, να ομορφαίνει το θέμα του και να το κάνει ένα αριστούργημα, που θα είναι σημαντικό ακόμη και στους μη ενδιαφερόμενους.
Το ΓΥΜΝΟ (γυναικείο - ανδρικό), χάρη στις σωστές αναλογίες που του προσδίδονται στο ρυθμό των σχημάτων του σώματος (όπως στην κίνηση, ηρεμία, ευγένεια) προσφέρει το υπέρτατο στοιχείο του Ωραίου και χαρίζει μια πνευματική απόλαυση που συνοδεύεται σαφώς με αισθητική συγκίνηση.

"Το σώμα - λέει- / στη γενική: του σώματος
και γενικά το σώμα/ άλλη λέξη πυκνότερη δεν έχω
παίρνω νάιλον σακούλα/ μπαίνω στα λαϊκά εστιατόρια
μαζεύω ψαροκόκαλα/ για τις άγριες γάτες της γειτονιάς
στα διαλείμματα - λέει-/ κουβεντιάζω με τους μουσικούς
στα σκοτεινά παρασκήνια -
τι απέραντη απόσταση διανύω
από το σώμα σου/ έως το σώμα σου ".
(Γ. Ρίτσος, "Μικρή σουίτα σε κόκκινο μείζον")


Ποια είναι η χρησιμότητα του ΓΥΜΝΟΥ στην καλλιτεχνία, ίσως αναρωτηθούν κάποιοι! Μα, φυσικά, η ομορφιά, η οποία μας δίνει χαρά, ενθουσιασμό, ενδιαφέρον, συγκίνηση. Κάποιοι καλλιτέχνες μπορεί να αναρωτηθούν επίσης: «Μα, είναι απαραίτητη σ' ένα σχεδιαστή-ζωγράφο; Και φυσικά, είναι! Μάλιστα, αποτελεί ένα είδος δύσκολο για τον καλλιτέχνη και κατά συνέπεια πιο διδακτικό.
Όποιος γνωρίζει να σχεδιάζει ΓΥΜΝΟ, μπορεί να σχεδιάζει οτιδήποτε, λένε. Και γιατί είναι διδακτικό, ίσως αναρωτηθούν κάποιοι. Επειδή ο καλλιτέχνης μαθαίνει να κατασκευάζει. Μαθαίνει δηλαδή την κατασκευή, το βαθύτερο κτίσιμο, στο οποίο μπορεί με το ταλέντο του να αποδώσει την αλήθεια και το τι κρύβεται σε μια ανθρώπινη κατασκευή.

Σώμα γυμνό/ πλαγιασμένο ή όρθιο
άγνωστη γεωγραφία/ χίλιες φορές μελετημένη
αποστηθισμένη/ άγνωστη -
άκουσα το χτύπο -
ποιος έριξε τα ζάρια/ στις πλάκες του λουτρού;"
(Γ. Ρίτσος, "Μικρή σουίτα σε κόκκινο μείζον")


Κάποιοι ζωγράφοι, λέγεται, πως για να εμφανίσουν ανθρώπινα σώματα ενδεδυμένα στους πίνακές τους, πρώτα σχεδιάζουν τις φιγούρες τους γυμνές και έπειτα τις ντύνουν. Επομένως, η γνώση του ΓΥΜΝΟΥ ανθρώπινου σώματος σ' ένα καλλιτέχνη σχεδιαστή είναι απαραίτητη.
Τη γνώση αυτή του την δίνει η καθαρά μορφολογική Ανατομία, η οποία ασχολείται με την οστεολογία και μυολογία και την οποία θα πρέπει να έχει μελετήσει καλά ο καλλιτέχνης προτού αναλάβει το κτίσιμο ενός σώματος. Γιατί είναι απαραίτητο αυτό; Μα, για να νιώσει το ανθρώπινο σώμα καλύτερα, να εισδύσει στο σχήμα και να αποδώσει με περισσότερη νόηση και βάθος.
Το ΓΥΜΝΟ δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται με φαινομενική ξηρότητα στο θέμα της σχεδίασης του. Μαθαίνοντας τα μυστικά του και γνωρίζοντας το, ανταποκρινόμαστε στη μάθηση και γνώση του μυστικού αυτού μηχανισμού, του ΓΥΜΝΟΥ, που ανήκει στη σφαίρα του Ωραίου.
  
.Γυμνό κορμί - χελιδονόψαρο
αφημένο στα χέρια σαν σπασμένο σκαρί σ' ακρογιάλι απάνεμο,
γυμνό κορμί - προσευχητάρι των χειλιών,
λατρεμένο μέχρι τα έσχατα όρια,
γεννημένο εκεί που αρχίζει ο κόσμος,
ίσως δε μάθεις ποτέ πόσες φορές σε ζωγράφισα,
πόσες φορές πετροβόλησα τις σημαίες μου για να σ' αγγίξω.
 (Άγγελος Πετρουλάκης - «Γυμνό κορμί, γυμνό λεπίδι (ΛΟΓΟΣ τρίτος - Α18)- Απόσπασμα)

αναδημοσίευση από:Kozani.tv το κλικ της ενημέρωσης, ειδήσεις από την Κοζάνη την ευρύτερη περιοχή της Δυτικής Μακεδονίας και όχι μόνο...

Παρασκευή 15 Νοεμβρίου 2013

Ο μύθος του αλόγου (της Παρθένας Τσοκτουρίδου)


-          Καημένο αλογάκι μου, έλα να σου μηνύσω
            τ' αγαθά του λιβαδιού που κείτουντ' εκεί πέρα
            σκύψε άμα θες ν' ανεβώ και κλίνε τον αυχένα
            τη σέλα να σου βάλω 'γω για να σε καβαλήσω.
            Πάμε εκεί μέσα στο θεριό που 'κειό εξουσιάζει
            και όλα του τα αγαθά μόνο του τα αδειάζει.
            Άμα θα το νικήσουμε, δικά σου θα 'ναι όλα
            εμπρός να το σκοτώσουμε, μη χάνουμε ούτε ώρα.

-           Βάλε τη σέλα πάνω μου και σφιξ' τηνε καλά
            αρματωμένε άνθρωπε, τράβα τα χαλινά
            ό,τι μου πεις θα κάνω εγώ για να 'βγει σε καλό
            τρέχω τώρα ο δύστυχος στον τόπο τον λαμπρό.

-           Να το θεριό, επάνω του, άντε και θα το φάμε!
-           Πάει το θεριό, σκοτώθηκε, ευτυχισμένο θα ' μαι
            δικά μου είναι τ' αγαθά που είναι εδώ μέσα
            κατέβα από πάνου μου, πιστεύω να ' χεις μπέσα.
-          Μα, δεν κατάλαβες καλά! Εγώ δεν κατεβαίνω                 
            εσύ μ' εβοήθησες, μα εγώ θα βολοδέρνω
            δεν θα πηγαίνεις για βοσκή, σφίγγω τα χαλινά σου
            τώρα εξουσιάζω εγώ την πείνα, τα δεινά σου.
          
-          Δεν είσαι άξιος εσύ να κυβερνάς τον τόπο
            Εγώ σ' ελευτέρωσα με ίδρωτα, με κόπο
            από εκείνο το θεριό που Τούρκο το ελέγαν
            που οι ραγιάδες Έλληνες υπέφεραν και κλαίγαν.

            Θυμήσου τα κεφάλια τους που πέφταν ολοένα
            τον αριθμό δεν δύναται να καταγράψει πέννα
            θυμήσου τον Αλή-Πασά τον μέγα τύραγνο μας
            που σκότωνε αγωνιστές, τον άσπονδο οχτρό μας
            εκειούς π' αγωνιστήκανε κι υπάρχει η πατρίδα
            εκειούς που θυσιάσανε ζωή, χαρά, ελπίδα
            εκειούς που αναστήσανε το ελληνικό μας γένος
            εκειούς που επολέμησαν με μένος και με σθένος!
            Δεν είσαι άξιος εσύ να είσαι Κυβερνήτης!
            Μετάνιωσε, μη γίνεσαι συ του λαού ο θύτης!

-           Εγώ στον δρόμο τον καλό δεν πρόκειται να έρθω
            της εξουσίας τα χαλινά τώρα εγώ κατέχω
            θα εξορίσω ήρωες μα και πολεμιστές
            δόλος, απάτη και ψευτιά θα κάνουνε γιορτές.
                                                                                                       
-           Δεν εστοχάστης, κύρη μου, πως πρέπει μ' αρετές
            μόνο εσύ να κυβερνάς κι όχι με τελετές
            που όλους θα τους οδηγούν μες τον αφανισμό
            μες την τυράγνια την τρανή και τον εξοργισμό
            γιατί ο λαός βαρέθηκε όλες τις φυλακές
            και τις τυράγνιες που' τανε άδικες και κακές
            κουράστηκε και πόνεσε, ψωμί θέλει να φάει
            και όχι έναν τύραγνο για να τον εκλωτσάει.
            Θυμήσου πάντα του Χριστού τα λόγια τα μεγάλα
            που «άμα δώσεις μάχαιραν, μάχαιραν και θα λάβεις»
            αρ' άμα κάνεις άδικο, άδικο εσύ θα πάρεις.

Δευτέρα 28 Οκτωβρίου 2013

Η Εθνική Αντίσταση (1941-1945) - (της Παρθένας Τσοκτουρίδου)

Σέρνει η Ελλάδα τον χορό του πόλεμου μ’ αντάρτες
στήνει τραπέζια η λευτεριά με απλωμένους χάρτες
κι η λαϊκή πανήγυρη με δράκους, καπετάνιους
υψώνει πρώτη τα σπαθιά σ’ εχθρούς και σε ρουφιάνους.
Ο ήλιος κρύβεται, θαρρείς, σκιά είναι στο χώμα
κρύφτηκε να μη φαίνεται το μελανί του χρώμα.
Τι βλέπουνε τα μάτια του… και τι ακούν τ’ αυτιά του!…
Τα λέει και αναριγά, αλλάζει η θωριά του.
-    Ήλιε, τι είδαν τα μάτια σου; Τι άκουσαν τ΄αυτιά σου;
Πες τα μας, μην αναριγάς κι αλλάζει η θωριά σου!
-    Είδε του Χίτλερ τη φωτιά και αίμα να κυλάει
στη γη την πονεμένη μας που δίκαια ζητάει
η κάθε ελληνική καρδιά μες τα λευκά ντυμένη
ν’ αρματωθεί για λευτεριά στα όπλα τιμημένη.
Άκουσε χήρες κι ορφανά να κλαίνε, να στενάζουν
κι από τα φυλλοκάρδια τους δάκρυα πικρά να βγάζουν.
-     Χίτλερ, που είναι η μάνα μου κι αυτήν έχω χαμένη;
Το αίμα της σαν ν΄άκουσα να κλαίει, η καημένη!
-     Χίτλερ, που είναι ο κύρης μου, κεφάλι κρεμασμένο
μου φαίνεται ν’ αντίκρυσα!… Που είναι πεταμένο;
-    Χίτλερ, μου είπαν το χωριό πως είναι ρημαγμένο
οι Γερμανοί το κάψανε κι ειν’ αιματοβαμμένο.
-    Χίτλερ, μου είπαν ορφανός πως είμαι, μοναχός μου
μου είπανε στον ουρανό πως ειν’ κι ο αδερφός μου.
-    Ήλιε, τι έχουν τα μάτια σου κι είναι κοκκινισμένα;
Μου φαίνεται πως δάκρυσες κι αυτά είναι κλαμένα.
Τα αυτιά σου γιατί έκλεισαν και είναι μαυρισμένα;
Μου φαίνεται δεν θέλουνε ν΄ακούσουν, τα καημένα.
Ήλιε, μη θλίβεσαι, μη κλαις, πες τα να ξεθυμάνεις
Βγαλ’ ότι έχεις στην καρδιά, τον πόνο σου να γιάνεις.
-     Θα σας τα πω, μα αναριγώ, πανιάζει η θωριά μου
λυγμοί με την ψυχούλα μου, αίμα τα δάκρυα μου.
Τον Χίτλερ είδα, τον κακό, ολημερίς χαιρόταν
για το ποτάμι που’ χυνε το αίμα και βιαζόταν
αμέτρητο να πότιζε τη γη, την πονεμένη
την γη μας την ελληνική, την παραπονεμένη.
Τον είδα μες την τρέλα του να σφάζει και να διώχνει
τους άτυχους μας Έλληνες στο θάνατο να σπρώχνει
με το γερμανικό στρατό, το χιλιομανιασμένο
που σάρκα δεν εχόρτασε, στο αίμα διψασμένο.
Εγκλήματα έκανε τρανά ο δαβολαλημένος
κανέναν δε σεβάστηκε, ήταν Χαροσταλμένος
τα Τάρταρα αυτός γέμισε, νεκροί πολλοί, χιλιάδες
πατήσαν την Ελλάδα μας χιτλερικοί φονιάδες.
Είδα αντάρτες στα βουνά να πολεμούν με λύσσα
τα φίδια τα φαρμακερά, του φασισμού την πίσσα
χιλιάδες ν’ αρματώνονται με αρχηγό τον Άρη
ηρωικά να πολεμούν μ’ εκείνον για μπροστάρη
τις σπάθες τους να υψώνουνε στ’ απάτητα βουνά
τους δράκους να σκοτώνουνε σε λόγγους και στενά.
Μα ωχ, δεν το λογάριαζα πως θα’ βλεπα μια μέρα
τον Άρη να σκοτώνουνε και τους λεβέντες πέρα
τα λείψανα τους δε βαστώ να βλέπω κρεμασμένα
ούτε κορμιά στα αίματα να είναι πεταμένα.
Φοβάμαι πλέον, δεν μπορώ, δεν λάμπω κι όλο κλαίω
βροχή γίναν τα δάκρυα και στα ποτάμια πλέω
σαν μία σκίαση οικτρή που είναι μολυσμένη
από τις σφαίρες, τη φωτιά, μαύρη, μολυβιασμένη.
Φέρτε κρασί να πιω πολύ, ναι, θέλω να μεθύσω
να φύγει ο νους μου απ’ τη γη και χρώμα ν’ ανακτήσω.
Μα όχι, δε μου πρέπουνε θρήνοι και οδυρμοί
η λευτεριά σαν να’ ρχεται με δόξα και τιμή
δάφνες κρατάει, στεφάνωσε τους ήρωες κι υμνεί
όσους αγωνιστήκανε για του λαού τη γη.
Η Εθνική Αντίσταση άπλωσε τα φτερά της
τη λευτεριά αυτή σκόρπισε σε όλα τα παιδιά της.
Πατριώτες, δεν σας πρέπουνε εσάς τα μοιρολόγια
γιατί εσείς τιμήσατε τη χώρα όχι με λόγια
αλλά με πράξεις που’ τανε αθάνατες, λαμπρές
τις παθιασμένες σας ψυχές τις πρέπουνε τιμές.
Ηχείστε βαρυσήμαντα καμπάνες και δοξάστε
τους ήρωες του Αγώνα μας όλοι μαζί θαυμάστε
που λύτρωσαν το έθνος μας από τον φασισμό
και δώσανε τον θρίαμβο στον γαλανό ουρανό.
Ανάσταση στο γένος μας δώσαν οι λυτρωτές
δάφνες όλους τους πρέπουνε, αθάνατες τιμές
στεφάνια σ’ όσους δώσανε Νίκη και Λευτεριά
βράβευσε Ελλάδα, δόξασε τα ηρωικά παιδιά.