Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Κυριακή, 2 Φεβρουαρίου 2014

Γενεά υπάγει και γενεά έρχεται (Μαρία Αρβανίτη Σωτηροπούλου)

Δε μπορούσα ακόμη ν' αποφασίσω για το μέλλον μου. Οι δικοί μου ένιωθαν εξαπατημένοι. Θά 'θελα να γίνω φιλόλογος, σαν το θείο Μάκη, όμως το καθηγητηλίκι ήταν απωθητικό και κανείς δε βρέθηκε να μου δείξει ότι υπάρχει κι άλλη διέξοδος μετά το πτυ­χίο της Φιλοσοφικής. Νομική; 0 πατέρας μου μ' έσπρωχνε προς τα 'κεί, όμως τα δικαστήρια μ' έδιωχναν. Δεν πίστευα στο σύστημα απονομής δικαιοσύνης, δεν πίστευα ότι υπάρχει δίκιο κι έτσι όλοι —δικαστές και δικηγόροι— δεν ήταν στα μάτια μου παρά φιγούρες στα τραπουλόχαρτα της κοινωνίας, ακριβώς όπως στην "Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων". Η μαμά με ήθελε γιατρό, όπως ο πρίωτοξάδελφός της. Παραμονές των εξετάσεων κι εγώ αναποφάσιστος. Μ' έστειλε η μαμά στον ξάδελφο να με νουθετήσει. Δε μ' έπεισαν τόσο τα λόγια του όσο τα δάκρυά της. Αφού δεν προλάβαινα τις εξετάσεις βιάστηκα να γραφτώ στο Πανεπιστήμιο της Σιένα. Όλα φαινόντουσαν απλά. Σ' ένα χρόνο θα γυρνούσα. Είχα όρεξη. Θα διάβαζα. Θα χρησιμοποιούσα κάθε μέσον να γυρίσω γρήγορα, στη μπάλα και τους φίλους μου.
Καλύτερος μου φίλος ο Σωτήρης. Αναγνωριζόμαστε στο σχο­λειό σα δίδυμο. Ο ψηλός κι ο κοντός. Ψηλός ήταν πάντα ο Σωτήρης κι εγώ ποτέ δεν ήμουνα κοντός. Το υπερβολικό ύψος του Σωτήρη μας καθόριζε. Με δίδασκε τη σχετικότητα των μεγεθών. Απολάμβανα τ' ότι σ' αυτή την περίπτωση, εγώ ήμουν ο φυσιολο­γικός κι ο Σωτήρης η εξαίρεση. Πρωταθλητής στο μπάσκετ, μέχρι και στην Εθνική Παίδων μπήκε σε μιαν εποχή που το άθλημα δεν είχε αρκετούς οπαδούς. Εγώ έπαιζα καλά, αλλά πάντα στη σκιά του. Είμαστε τόσο διαφορετικοί, που απορώ πώς τόσο ταιριάζαμε. Εκείνος ήταν από χωριό κι έμενε μόνος. Στο σπίτι του κατάφθαναν με το λεωφορείο οι τενεκέδες το τυρί και το κρέας, τα μαγειρεμένα φαγητά της μάνας του και τα παστά και τα λουκάνικα. Τις πιο πολ­λές φορές σάπιζαν και τα πετούσε με το τσουκάλι. Πετούσε κείνα τα γυαλιστερά μπακιρένια σκεύη με χαρά, λες και βιαζόταν να ξεμπερδεύει με το παρελθόν του. Θυμάμαι ένα χαριτωμένο, παρά­ξενο, κοκκινωπό μπακίρι με γιαούρτι, που το γλίτωσα την τελευ­ταία στιγμή. Θα μπορούσα να του ζητήσω πριν το πετάξει να μου το δώσει. Αντίθετα φεύγοντας το πήρα σαν κλέφτης απ' τα σκου­πίδια. Το πήγα σπίτι μου κρυφά και τό 'πλυνα. Τό 'κρυφά στη ντουλάπα, όπου φυλούσα από παιδί ό,τι μου κέντριζε τη φαντασία μαζί με τα ερωτικά γράμματα των κοριτσιών που κατακτούσα. Δεμένα με κορδελάκια κι αρωματισμένα Απόδειξη της κοριτσίστι­κης ηλιθιότητας. Μασκάρευαν την ανάγκη τους για κρεβάτι σε ροζ πουπουλένια σύννεφα. Πολλές φορές, ούτε που θυμόμουν τα πρόσωπα που αντιστοιχούσαν στα γράμματα. Όλα γινόντουσαν για κείνη που δε θα 'ρχότανε ποτέ ή εκείνη που είχα για πάντα χάσει.
0 Σωτήρης ποτέ δεν είχε αρκετά λεφτά. Πάντα τον δάνειζα στα φλιπεράκια Ο πατέρας του είχε αυτό το βίτσιο. Από παιδί προσπα­θούσε να τον εκπαιδεύσει. Όταν τον έστελνε σε κάποια δουλειά πάντα τον ορμήνευε να δέχεται μονάχα κέρασμα και ποτέ λεφτά. Μου είχε διηγηθεί κάποια φορά που είχε μεταφέρει με το γαϊδούρι το δάσκαλο στο διπλανό χωριό. Στο τέλος εκείνος τον ανάγκασε να δεχθεί ένα κέρμα σα φιλοδώρημα. Γύρισε σπίτι με έξαψη. Φρόντισε να κρύψει το κέρμα σ' ένα θάμνο στην αυλή, όμως ο πατέρας του τον είδε αναψοκοκκινισμένο και κατάλαβε.
— Τι σου έδωσε; τον ρώτησε κι αναγκάστηκε να ομολογήσει την αλήθεια. Σουρούπωνε πια και παρά τις διαμαρτυρίες της μάνας του, τον ανάγκασε να γυρίσει με τα πόδια στο διπλανό χωριό για να επιστρέψει το κέρμα. Έφθασε όταν πια είχε νυχτώσει κι ο δάσκα­λος έτρωγε στο σπίτι του παπά. Δεν τόλμησε να μπει να του το επιστρέψει. Ντρεπόταν και φοβόταν ν' αντιμετωπίσει για δεύτερη φορά την επιμονή του δασκάλου να τον δωροδοκήσει με χρήματα, ενώ δεν καταλάβαινε την διαφορά ανάμεσα στο φιλοδώρημα με μια σοκολάτα και την απαγόρευση του φιλοδωρήματος μ' ένα κέρμα, που θα μπορούσε ν' αγοράσει μια σοκολάτα ή πέντε καρα­μέλες ή τρεις βώλους ή ο,τιδήποτε άλλο του γυάλιζε στο ψιλικα­τζίδικο. Όμως ο νόμος του πατέρα ήταν αμείλικτος κι αυτός, όπως κι ο πατέρας του έλεγε θα καταλάβαινε αργότερα το γιατί. Κείνο το βράδυ ίο πρόβλημά του ήταν πώς θα γυρνούσε στο χωριό, αφού ο δρόμος περνούσε μπροστά απ' το νεκροταφείο κι είχε ήδη νυχτώ­σει. Αποφάσισε να κάνει ολόκληρο κύκλο μέσα απ' τα χωράφια για ν' αποφύγει το επικίνδυνο πέρασμα. Φθάνοντας σπίτι, τους βρήκε να τον περιμένουν στην πόρτα. Είχε προηγηθεί συζυγικός καυγάς για την αυστηρότητα της τιμωρίας κι η γιαγιά είχε βγει με το φανάρι στη δημοσιά να τον προϋπαντήσει. 0 πατέρας τον ανά­γκασε να πάρει το γαϊδούρι και να πάει να φέρει πίσω in γιαγιά. Τη συνάντησε ακριβώς στην είσοδο του νεκροταφείου να τον περιμένει. Τον ίδιο χειμώνα η γιαγιά του πέθανε. Ο Σωτήρης πάντα πίστευε ότι αυτός φταίει για το θάνατο της γιαγιάς.
Για μένα που ζούσα στην πόλη το νεκροταφείο ήταν ένας ακόμη κήπος που περνούσα απ' έξω καθημερινά για να πάρω το λεωφο­ρείο. Μπορώ να πω πως η γαλήνη του με τραβούσε παράξενα, αλλά δε βιαζόμουν να δρασκελίσω το κατώφλι του. Μπορούσε να περιμένει. Η γενέθλια πόλη υπήρχε, αλλά μου ήταν αδιάφορη. Σχεδόν δεν την έβλεπα από συνήθεια Δε μπορούσα να την εκτι­μήσω ή να νιώσω κάτι γι' αυτήν. Την ανεχόμουν όπως τα ρούχα που μου αγόραζε η μητέρα μου, ένα καλό κι ένα δεύτερο κάθε αλλαγή του χρόνου. Πάντα καινούριο. Ποτέ κάτι μεταποιημένο. Πάντα στις εκπτώσεις. Ποτέ κάτι ακριβό. Στο σπίτι οι κουρτίνες μπορεί να ραβόντουσαν από τα υπολείμματα του υφάσματος ταπε­τσαρίας του σαλονιού, όμως τα ρούχα μου ποτέ δεν ήταν τα φθαρμένα ρούχα του πατέρα. Τα ρούχα με τύλιγαν αδιάφορα. Πολύ αργότερα κατάλαβα την εξουσία των ακριβών ρούχων, υπέ­κυψα στον πειρασμό της γοητείας των σινιέ και πήδηξα έτσι τις σκάλες της κοινωνικής ιεραρχίας.
Έτσι στα δεκάξι μου βρέθηκα σε μια πόλη ιταλική μόνος, ξένος ανάμεσα σε ξένους, γεμάτος ενθουσιασμό κι οράματα, σίγουρος για τη νίκη. Είχε προηγηθεί η εμπειρία του ταξιδιού μέσω Γιουγκοσλαβίας. Έκανα τόσα ταξίδια αργότερα, τίποτε όμως δε με κάνει να λησμονήσω αυτή την πρώτη εμπειρία της εξόδου σε μια χώρα που της έμελλε να διαλυθεί στα εξ ων συνετέθη μόλις ο αγέρας της Ιστορίας άλλαξε προσανατολισμό. Πρώτη φορά που έβγαινα απ' την Ελλάδα κι ήθελαν κι οι δυο μου γονείς να συνο­δεύσουν το μοναχογιό καβάλα στο παλιό μας φίατ. Καλοκαιράκι ακόμη. Τρέχαμε στην εθνική προς τους Ευζώνους κι άλλο δεν επιθυμούσα από το να ξεφύγω απ' τα στενά σύνορα μιας Ελλαδίτσας προβληματικής και παράλογης. Πρωί ακόμη κι οι δρό­μοι άδειοι, η κυκλοφορία άνετη κι ο ήλιος φιλικός σε χάιδευε, δε σε κατασπάραζε. Φθάσαμε στα σύνορα μέσα από πολύχρωμες πικροδάφνες κι αντιμετωπίσαμε ηρωικά την ανάκριση του δαιμόνι­ου τελωνιακού που επέμενε ηλίθια να του μετρήσουμε μέχρι κέρμα τα λεφτά που περιείχε το πορτοφόλι μας λες κι οι λαθρέ­μποροι του συναλλάγματος στο πορτοφόλι τα κρύβουν. Παρακάμψαμε το σκόπελο των φρι σόπς —πού λεφτά τότε για τέτοια!— και μ' ήσυχη συνείδηση πατήσαμε στο γειτονικό κράτος, που σα γειτονικό κάποτε ήταν, είναι ή θα γίνει εθνικό. Τότε κανείς δεν ήξερε πως τ' ονομάτιζαν κι αυτό οι γείτονες "Μακεδονία", μα κι αν το διαβάζαμε στις επιγραφές θα το θεωρούσαμε ανούσιο γεωγραφικό όρο κι όχι αφορμή για καυγά. 0 δικός τους μπάτσος ομιλούσε την ελληνική. Ξεφύλλισε τα διαβατήρια, ρώτησε με περιέργεια "Για πού;" κι έπειτα βαριεστημένα μας χαιρέτησε. Ίσως ονειρευόταν το ταξίδι μας. Μέσα στη γειτονική μας χώρα του Ανατολικού κόσμου νιώθαμε προύχοντες, εμείς οι τελευταίοι της Δύσης. Κατηγορούσαμε τους δρόμους τους, τη βρωμιά των εστια­τορίων, ένα το λέγαν και "Αθήνα" κι απέξω πουλούσαν μέ ένα κατοστάρι κοσμήματα φτιαγμένα από τσόφλια αμυγδάλων σωστά κομψοτεχνήματα. Περιφρονούσαμε το εθνικό τους νόμισμα όσο κι οι ίδιοι και συναλλασσόμαστε μόνο με σκληρό συνάλλαγμα με κίνδυνο να πιαστούμε κορόιδα απ' τους μαφιόζους που αφθονού­σαν στην πιάτσα.
Στο βενζινάδικο ο υπάλληλος αντέδρασε με θυμό στην ερώτηση "Πόσο πάει το λίτρο η βενζίνη;" "Πόσο πάει; Πόσο πάει; Εσύ καπιταλίστα. Φαμίλια τουρίσμο, κάρο μεγκάλο, πόσο πάει!" Περιφρονούσε το δολλάριο. "Να κι ένας πατριώτης", είπαμε, όμως ο τύπος απλώς προτιμούσε τα μάρκα που τα κουτσούρεψε όσο μπορούσε να μας κλέψει.
Τριγύρω τοπίο ελληνικό με τους γύφτους απαραίτητο συμπλή­ρωμα της εικόνας. Δρόμοι εναλλασσόμενοι, κάτι ανάμεσα σ' Ευρώπη κι Ανατολία. Λίγο πιο κάτω μας σταματούν οι τροχονόμοι. Τρία αυτοκίνητα με ξένες πινακίδες. Ζητούσαν διαφορετικό πρό­στιμο στο κάθε αυτοκίνητο για την ίδια παράβαση του ορίου ταχύ­τητας. Έτυχε ο μπροστινός νά 'ναι ρωμιός και νά 'χει ξαναπάθει. Χάρη στις δικές του διαμαρτυρίες αποφάσισαν να πληρώσουμε ακριβώς το αντίτιμο της κλήσης. Μας έκαναν αυτή τη χάρη τα όργανα της τάξης, οι φρουροί της εντιμότητας.
Έπρεπε να διασχίσουμε πάνω απ' το μισό της απέραντης, όπως μου φάνηκε τότε, χώρας για ν' αρχίσει το τοπίο να μερεύει, να εξανθρωπίζεται. Τα χωριά έπαυαν ν' απαρτίζονται από γιαπιά δίχως σιδεριές στα μπαλκόνια και δειλά δειλά ξεχώριζες κάποιες γλά­στρες ή κάποιο κουρτινάκι, μια υπερβολικά τονισμένη γραφικότητα που άγγιζε το κιτς με παλιά σπίτια στολισμένα με συντριβανάκια πυργίσκους και μπαρ. Η Coca Cola παντοδύναμη. Σ' ανατολή και δύση. Παντοκράτειρα στέγαζε τη γεύση μας. Όπου Coca Cola πατρίδα Όπου Coca Cola χάμπουργκερ και σιγουριά Εδώ κανείς δεν πεθαίνει της πείνας, φώναζε. Κάποτε ήταν ο Δούναβης. Πανταχού παρών. Γεφύρωνε την Ευρώπη. Τώρα το κόκκινο ομπρελάκι της Coca Cola. Άλλωστε όσο βορειότερα προχωρείς, τα σύνορα διαχέονται. Δεν καταλάβαινα τι εξυπηρετούν αυτά τα φυλάκια. Τα σπίτια ίδια, οι άνθρωποι όμοιοι, η φύση σε εξέλιξη. Κι όμως στα φυλάκια αυτοί οι αμούστακοι νεαροί σε κοιτούσαν τόσο καχύποπτα λες και πας να εισβάλεις, λες και θες ν' αποσπά­σεις κάτι πολύτιμο.
Κι έπειτα το απίστευτο θέαμα της ωτοστράντα που εκμηδένιζε τις αποστάσεις κι έκανε το φιατάκι μας να μοιάζει με χελώνα.
Εγκαταστάθηκα αρχικά στη Ρώμη. Η πρώτη γεύση, απογοήτευ­ση. Αυτή ήταν λοιπόν η αιώνια πόλη; Είχα στο νου μου μια μεγέν- θυση της αρχαίας Αθήνας. Με το λευκό να κυριαρχεί. Και συνά­ντησα μια πόλη κόκκινη, χτισμένη με φτηνά τούβλα, όπου οι περί­φημες πολυδιαφημισμένες κρήνες της στριμώγνονταν σε γωνίες που θύμιζαν ακάλυπτους πολυκατοικίας. Χρειάστηκα χρόνο για να γνωρίσω τη Ρώμη και να την αγαπήσω. Να συνηθίσω το κεραμιδί που δένει με το φαιό, να συνδέσω το μέγεθος του Κολοσσαίου με τον Άγιο Πέτρο και τα μνημεία του Μουσσολίνι και προπαντός να γνωρίσω τους Ρωμαίους, να διδαχθώ τις τεχνικές του έρωτα που περδιαβαίνει χαριτωμένα τις αλέες και τα υπαίθρια καφενεία.
Οι δικοί μου έμειναν μέχρι που μου εξασφάλισαν το φοιτητικό μου δωμάτιο. Έπειτα έμεινα αρχικά με ανακούφιση για πρώτη φορά μόνος. Δεν άργησα να καταλάβω ότι η ελευθερία είναι άδεια λέξη, αν δεν την κουβαλάς μέσα σου. Η μοναξιά ήταν στιγμές που με βάραινε και τότε επιθυμούσα ακόμη και τους καυγάδες που έκανα με τον πατέρα μου. Έπαιρνα τηλέφωνο απ' τον κερματοδέ­κτη ίσα για να πω: "Είμαι μια χαρά. Μη νοιάζεστε". Η μάνα κατα­λάβαινε. Έβρισκε μύριους τρόπους να μου στέλνει παράνομα λεφτά, και ντολμαδάκια που μου άρεσαν. Προσπαθούσα να προ­σαρμοστώ. Ήταν για μένα θέμα τιμής. Έπρεπε να τα καταφέρω.
Πρώτη εικόνα παραλόγου. Στο σύλλογο των φοιτητών σημαία η μορφή του Παναγούλη. Για μένα τούτος ο δον Κιχώτης δε σήμαινε το παραμικρό. Το φιάσκο της απόπειρας τον καταδίκαζε στα μάτια μου. Δεν καταλάβαινα τη σκοπιμότητα κάποιων εκρήξεων τη νύχτα. Κανείς δε μπορεί να ξυπνήσει έτσι ένα λαό κι έπειτα δεν ήθελα να μου επιβάλουν κάποιοι τρίτοι την επιλογή. Στο βάθος πίστευα ότι όλα τα πολιτικά συστήματα καταπιέζουν και δε βιαζό­μουν να υπερασπιστώ κανένα τους. Θυμόμουν το Ντοστογιέβσκι που έγραφε. "Καθένας πηγαίνει προς το λαό χωρίς να γνωρίζει τίποτε γι' αυτόν. Καθένας φαντάζεται διαφανή κοινόβια γεμάτα από ευτυχισμένους, ευγενικούς και συμπαθητικούς ανθρώπους. Καθένας ευαισθητοποιείται στην ιδέα μιας εξ ίσου κατανομής των αγαθών μεταξύ όλων των τάξεων. Η πολιτική οικονομία γίνεται ποίηση. Η Επανάσταση χάνει τη μυρωδιά του σφαγείου. Η επι­στημονική πρόοδος συμμαχεί με τα δόγματα της ορθόδοξης θρη­σκείας. Η συνωμοσία γίνεται σχεδόν ένα πολιτικό καθήκον για την πανεπιστημιακή νεολαία. Η μικρή μπουρζουαζία είναι σε πλήρη ζύμωση. Δεν πρόκειται για μιαν Επανάσταση από το λαό, αλλά για το λαό".
Ήταν σα να περιγράφει τη ζωή μας στην Ιταλία Στην Ελλάδα όλοι μουρμούραγαν, αλλά στο βάθος όλοι ήταν βολεμένοι με τη χούντα. Κανείς δε νοσταλγούσε τις απεργίες και καμιά βόμβα δεν απειλούσε τη νάρκη, που τους καθήλωνε στο γύψο του δικτάτορα. Στην Ιταλία όμως άλλα πίστευαν. Τα παιδιά των μικροαστών που με τόσες στερήσεις έστελναν στα ξένα, αντί για σπουδές σχεδία­ζαν εκ του ασφαλούς την Επανάσταση για το λαό. Τα Πανεπιστήμια ήταν γιάφκες αντιστασιακών που πρέσβευαν ότι "όποιος δεν είναι μαζί μας είναι φασίστας" κι η Τύχη με ευνόησε τόσο που να συγκατοικήσω μ' έναν αληθινό χαφιέ, που πάσχισε να με ψαρέψει απ' την πρώτη κιόλας μέρα. Δεν πίστευα στις ετικέ­τες. Δε μ' άρεσε να κατατάσσω τους ανθρώπους. Δεν έδωσα σημασία στις ενδείξεις. Αφέθηκα στη γοητεία της ιταλικής ζωής. Έπρεπε να μάθω καλά τη γλώσσα κι έκανα παρέα μόνο μ' Ιταλούς. Οι εξετάσεις ήταν τυπικές. Δεν ήξερα ότι ήταν ελεγχόμενες απ' την Αριστερά. Τα ιταλικά Πανεπιστήμια έπρεπε να συμβάλουν στην αντίσταση με το να περιθάλπουν τους αριστερούς και να στιγματίζουν τους φασίστες. Παραμονή των εξετάσεων μού 'κανε την κατήχηση ο συγκάτοικος.
— Σ' έχουν στη μαύρη λίστα, μου είπε. Θα σε κόψουν. Έλα μαζί μας για να γλιτώσεις το τομάρι σου. Εκείνοι, έτσι κι αλλιώς έχουν τη γούνα τους καμένη. Ούτε διαβατήριο δε βλέπουν. Εσύ είσαι παιδί από σπίτι. Έχουμε τον τρόπο μας. Δε θα κοπιάσεις. Ένας χρόνος όλος κι όλος κι έπειτα στην Αθήνα μετεγγραφή. Το αρνί που μένει έξω απ' τη στάνη το τρώει ο λύκος.
Δεν ήταν κακό παιδί. Ήθελε το καλό μου. Όμως εγώ δεν ήθελα ν' ανήκω πουθενά Ούτε στην Αριστερά, ούτε με τους φασίστες. Ήθελα μόνος μου ν' αποφασίσω, ήθελα νά 'χω το δικαίωμα επι­λογής.
Οι εξετάσεις ήταν παρωδία. Σ' ένα κατάμεστο αμφιθέατρο. Πριν από μένα όλοι περνούσαν με μιαν ερώτηση του τύπου "Τι καιρό έχει σήμερα;" ή "Τι μέρα έχουμε;" ή "Πόσων χρόνων είσαι;" Για μένα όλα ήταν διαφορετικά Μου πρόσφεραν εφημερίδα. Διάβασα το κεντρικό της άρθρο και το συζήτησα με τους εξεταστές μου για μιαν ώρα. Το διασκέδαζα. Ήξερα ότι δε μπορούσαν να με πιά­σουν πουθενά. Το ακροατήριο αδημονούσε, όσο ανταλλάσσαμε φιλοσοφικές απόψεις. Μ' ευχαρίστησαν ευγενικά κι η γαλαρία μού 'σφίγγε κρυφά το χέρι. Δεν ένιωθα ότι έκανα κάτι το ξεχωρι­στό. Ήμουν απλώς ο εαυτός μου. Γι' αυτό κι έπρεπε να πληρώσω. Η εποχή δε σήκωνε ουδετερότητα. Δεν είναι ότι μ' έκοψαν στη γλώσσα. Ήταν που άργησαν τόσο τ' αποτελέσματα να εκδοθούν, έτσι που είχαν λήξει οι προθεσμίες εγγραφής σ' όλα σχεδόν τα άλλα ιταλικά Πανεπιστήμια. Την τελευταία στιγμή πρόλαβα το Πανεπιστήμιο της Περούτζια, πάντα ελπίζοντας στην τελική μου νίκη. Αν το σύστημα ήταν στραβό δε θα καθόμουνα εγώ να το ισιώσω. Δε μ' αφορούσε η εκπαίδευση στην Ιταλία. Να περάσω τα μαθήματα ήθελα και να βρεθώ μιαν ώρα αρχύτερα στην Ελλάδα.
Με δικτατορία ή με δημοκρατία, η Ελλάδα ήταν η χώρα μου κι η ντόλτσε βίτα ήταν αναιμική μπροστά στη σιγουριά που μου πρό­σφεραν οι παρέες της Αθήνας, παρέες που με τόσες θυσίες κατά­φερα να στήσω θυσιάζοντας γι' αυτές ένα κομμάτι του εαυτού μου. Παρέες όπως η Άννα, η γυναίκα που με μύησε στον έρωτα. Στα δεκαπέντε μου εκείνη υπήρξε η πρώτη μου ερωμένη.



 4η συνέχεια Απόσπασμα από "Ονείρου απατηλότερα"
Μαρία Αρβανίτη Σωτηροπούλου
Δημοσιεύτηκε από τον χρήστη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου