Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Κυριακή, 26 Οκτωβρίου 2014

Η καμπάνα του Πόντου (Κεφ. από το βραβευμένο βιβλίο της Παρθένας Τσοκτουρίδου «Η καμπάνα του Πόντου χτυπάει στο Βέρμιο)

Το θαυμάσιο κλίμα του τόπου εκείνη τη μέρα έμελλε να μεταμορφωθεί το Βέρμιο και να σφραγιστεί με την τέχνη του ποντιακού θεάτρου από την ενοποίηση των παιδιών του Δημοτικού, του Γυμνασίου και του Λυκείου μέσω του Πολιτιστικού Ποντιακού Συλλόγου τους.
Έβλεπες θεατρόφιλο κόσμο βιαστικό, άντρες φρεσκοξυρισμένους με γραβάτες, γυναίκες με καλοχτενισμένες μπούκλες και παιδιά με γιορτινά ρούχα και λουλούδια πίσω απ’ τ’ αυτιά τους να παίρνουν θέσεις στις κερκίδες του καλοκαιρινού αμφιθεάτρου, που είχε στηθεί ακριβώς για εκείνη την περίσταση.
Στη σκηνή διακρινότανε μέσα στο σκοτάδι η ζωγραφική εικόνα ενός λαμπερού Κάστρου. Στο βάθος απεικονιζόταν η πόλη της Τραπεζούντας. Κάμερες ήταν στημένες παντού ολόγυρα, που δεν γνώριζε κανείς τη σημασία τους, φωτιστές και φροντιστές σκηνής, ηλεκτρολόγοι και λοιποί χρήσιμοι για διάφορες δουλειές.
Ο αμφιθεατρικός χώρος γέμισε γρήγορα και ο κόσμος τακτοποιήθηκε εύκολα στις θέσεις τους, χάρη στη συστηματική επιμέλεια και την ακατάπαυτη εργασία των μελών του Συλλόγου.
«Η καμπάνα του Πόντου» του Πόντιου ποιητή Φίλωνα Κτενίδη σε θεατρική διασκευή ήταν έτοιμη ν’ ανεβεί σύμφωνα με την πρόθεση του σκηνοθέτη. Λίγα λεπτά ακόμη… χρονομέτρημα… ένα…δύο… τρία…
Με το «πάμε» και το εσωτερικό χτύπημα του κουδουνιού της θεατρικής σκηνής, τα φώτα ως δια μαγείας άναψαν ξαφνικά φωτίζοντας από πάνω ψηλά το παιδί-λυράρη που άρχιζε να παίζει με τη λύρα ένα λυπητερό ποντιακό σκοπό.
Ένας μαθητής του Λυκείου φάνηκε στο φωτισμό της νύχτας παραπέρα, στημένος όρθια σε μια γωνιά, κρατώντας λίγα χαρτιά στα χέρια του, να κάνει τον Αφηγητή της θεατρικής παράστασης.
Με φωνή αργή και μυστήρια εκστατική αφηγήθηκε την ιστορία ενός μαύρου πουλιού που τριγύριζε όλη τη νύχτα στο Κάστρο της «μαύρης» Τραπεζούντας, που έχει τις ρίζες της στον γιαλό και την κορυφή της στ’ άστρα, που είχε δέκα καστρόπορτες, ράχες, ποτάμια, γεφύρια σιδερένια…
Εκείνη τη στιγμή μπήκε ένα αγόρι του Γυμνασίου ντυμένο στα μαύρα. Το Κάστρο φωτίστηκε έντονα κι εκείνο άρχιζε να φωνάζει σπαραχτικά ξεστομίζοντας κατάρες κι απειλές στον Τούρκο γι’ αυτό το Κάστρο, που ήταν η φωλιά των Κομνηνών κι έλαμπε σαν τον ήλιο.
Μια δυνατή βοή σεισμού ακούστηκε, φάνηκε μια λάμψη σαν κεραυνός, μια εικόνα με ανοιχτή πόρτα του Κάστρου κι ένας άδειος θρόνος φάνηκαν στη σκηνή με προβολέα. Το αγόρι συνέχισε να μιλάει αναστενάζοντας για το κακό που συνέβηκε στο Κάστρο σε τραγικό  λεκτικό και ποιητικό τόνο.
Ο Θεός στα επουράνια, είπε, έπεσε και κυλίστηκε. Έγινε τρανός σεισμός κι η γη όλη σείστηκε. Ο ήλιος απ’ την ανατολή τα είδε και φοβήθηκε. Αυτός τόσο πολύ δεν έλαμψε την ώρα που γεννήθηκε. Συννέφιασε ο ουρανός και δεν φωτίζουν τ’ άστρα. Ψηλά πετάνε τα πουλιά και κατεβάζουν άστρα. Πόσες καρδούλες κάηκαν, πόσες αναστενάζουν! Τα κάστρα κάτω έπεσαν, πάρθηκαν τα κλειδιά τους. Οι πόρτες μείνανε ανοιχτές, ραγίσανε οι ψυχούλες. Οι καταρράχτες τ’ ουρανού κάνανε κοιμητήρια.
Χρόνια ήρθαν και πέρασαν, συνέχισε ο Αφηγητής, χρόνια ήρθαν και πάνε, μα εκείνο το μαύρο πουλί τριγύριζε όλη τη νύχτα στα πόδια του Κάστρου, που ήταν γεμάτα από σαύρες, με τα φτερά ανοιγμένα, ώσπου πέταξε την Αυγή κι έκατσε σε μια άκρη από απομεινάρι του Παλατιού, που είχε γεμίσει με τσουκνίδες. Κοίταξε πάνω, κοίταξε κάτω, πίσω – μπρος, στην ανατολή, στη δύση κι έπειτα άρχισε να μοιρολογάει με ανθρώπινη λαλιά.
Ο φωτισμός εστιάστηκε στο μαυροντυμένο παιδί, στη διάρκεια της ομιλίας του οποίου ακολούθησαν λυπητεροί χτύποι καμπάνας σε κάθε πρόταση του, που προκαλούσαν ρίγη κι ανατριχίλες.
Ψηλά χτυπήστε τα σήμαντρα, έλεγε, κι αριά – αριά τις καμπάνες. Αυτοί που είναι ψηλά, ας χαμηλώσουν κι όσοι είναι μακριά ας έρθουν. Βάστα, καρδιά μου, βάσταξε, κάμποσα χρόνια ακόμη! …Βάστα, καρδιά μου, βάσταξε, αν θέλεις κι αν κι θέλεις!... Κάστρο μου, παλαιόκαστρο, παλιοθεμελιωμένο, εκεί που ήσουν μέγας και δυνατός, πες μου πως παραδόθηκες;…
Στη σκηνή μπαίνουν πολλά παιδιά του δημοτικού. Άλλα  κρατούν μια μεγάλη πλάκα, άλλα Μονοκέφαλους Αετούς, άλλα Σταυρούς Δεσποτάδων, άλλα σπαθιά. Βάζουν μαύρο ύφασμα πάνω στο μάρμαρο και ρίχνουν χώμα στην πλάκα κλαίγοντας. Μοιρολογούν με λόγια. Έπειτα ψέλνουν:
«Εν ειρήνη του Κυρίου δεηθώμεν. Υπέρ της άνωθεν ειρήνης και της σωτηρίας των ψυχών ημών, του Κυρίου δεηθώμεν. Αντιλαβού, σώσον, ελέησον και διαφύλαξον υμάς, Ο Θεός, τη ση χάριτι. Συγνώμη και άφεσιν των αμαρτιών και των πλημμελημάτων ημών, παρά του Κυρίου αιτησώμεθα. Κύριε ελέησον(τρις)».
Στη σκηνή μπαίνουν άλλα δέκα παιδιά κρατώντας ταμπέλες με τοπωνύμια – μπρος, πίσω ονόματα – που τις κουβαλούν με ξύλα στα χέρια, με τα παρακάτω ονόματα και με την ακόλουθη σειρά: Καν, Χάκαξα, Άτρα, Χάρσερα, Χερίανα, Άρδασσα, Χόπσα, Γουλάτ, Καράκαπαν, Σταυρίν, Μούζαινα, Ζαντόν.
Ο προβολέας κάνει, στο μεταξύ, εναλλαγές στις φωτογραφίες από κάστρα, εκκλησίες, μοναστήρια. Κλαίνε όλοι. Εμφανίζεται κατόπιν ένα κορίτσι με ταμπέλα που γράφει «Ζύγανα». Δείχνει να γονατίζει στο έδαφος από το «βάρος» του κλάματος της…
Ο Αφηγητής κάνει λόγο για κάποιους κι αναρωτιέται κάνοντας έκκληση στον Θεό για το ποιοι ειν’ αυτοί, που γέμισαν τη στράτα της Ζύγανας με κλάματα. Τα έπιναν, όπως λέει,  τα έλατα κι έγιναν κυπαρίσσια.
Έμοιαζαν με σφύριγμα φιδιού!… Τάραξαν τα φουσκωμένα νερά της λίμνης!... Έγινε σεισμός στα βουνά κι ο αέρας ήταν παρόμοιος μ’ εκείνον της Κόλασης, της γεμάτης από μαύρο νερό και άγριο βουητό.
Τα παιδιά με τις ταμπέλες βγαίνουν ένα – ένα με τη σειρά κι εμφανίζονται με άλλες ταμπέλες κάνοντας παρέλαση μπροστά στο κοινό. Έρχεται μετά μια μεγάλη κοπέλα με μια ταμπέλα που γράφει «Κρώμνη».
-«Εγώ είμαι η Κρώμνη», λέει, «έτσι με λένε, είμαι η μάνα του τραγουδιού, που έχτισα κασέλα μωρού από το ξύλο της λύρας. Είμαι αυτή που κλαίω και τραγουδώ και τελειωμό δεν έχω. Είμαι η όμορφη κυρά με τα ψηλά βουνά, που έχουν κορίτσια όμορφα και κρύα νερά. Σταθείτε όλοι ν’ αφουγκραστείτε την θλίψη μου!. 
Κι εσύ, Θεέ μου, δείξε τη δύναμη σου!... Χριστέ μου, κάνε το θαύμα σου!.... Κάνε με πέτρινο γκρεμό ή πράσινο λιβάδι, κάνε με ασάλευτο βουνό, να μη μπορώ να περπατώ στον τόπο μου να μείνω!...
Έχω μπαξέδες απότιστους κι αθέριστα χωράφια… Έχω τα πρόβατα άρμεχτα και γίδια να αρμέξω… Τα κτήνη μου και τα σκυλιά θέλουν τροφή και ουρλιάζουν…Πόρτες – παράθυρα ανοιχτά άφησα κι ο αέρας θα μπει μαζί με τον άνεμο να σβήσουν την καντήλα…
Θεέ μου, δείξε τη δύναμη σου!... Χριστέ μου, κάνε το θαύμα σου!.... Κάνε με πέτρα ποταμού, βαριά στον καταρράκτη ή ένα πορτάκι μια σπηλιάς, μέσα στη γη χωμένο. Ή κάνε με, αν θες, λίθο μικρό κι αν θες, κάνε με χώμα!
Θεέ μου, κάνε με ότι θες, αλλά άσε με στον τόπο μου!... Άσε με να θαφτώ εδώ, στον τόπο που γεννήθηκα, στο μνήμα όπου έθαψα την μάνα και τον κύρη μου!...»
Δίπλα στην Κρώμνη  έρχεται μια άλλη κοπέλα που κουβαλάει ταμπέλα με τίτλο «Γίμερα». Την αγκαλιάζει αποκαλώντας την «καλή αδερφή» και κλαίνε μαζί, όπως λέει ο Αφηγητής, ενώνοντας τα δάκρυα τους που χύθηκαν στο ποτάμι να το πνίξουν.
Έρχονται κι άλλα πέντε παιδιά με τις εξής ταμπέλες και εικόνες: Ματσούκα, Λαραχανή, Κουσπιδί, Καπίκϊοιν, Λιβερά, Δανίαχα, Κουλάτ, Εικόνα της Παναγίας Σουμελά, Εικόνα του Αγιάννη του Βαζελώνα.
Ενώνονται όλοι μαζί κι αρχίζουν το κλάμα και τα μοιρολόγια. Ακούγεται άγρια βουή ποταμού. Εμφανίζονται εικόνες της θλιβερής φύσης, ραγίσματα και σπασίματα καμπαναριών που χώνονται μέσα σε σπηλιές. Ακούγονται άγριες βουές ποταμιών και οι λυπητεροί χτύποι από καμπάνες.
Μετά εμφανίζεται ένα δέντρο, που πάνω στην κορυφή του κάθεται ο Χριστός, η Παναγία στη ρίζα, στις άκρες κάθονται άγγελοι, στα φύλλα οι προφήτες, που έψελναν και προφήτευαν τα Πάθη του Χριστού.
-Σήμερα μαύρος ουρανός, σήμερα μαύρη μέρα! λένε όλα μαζί τα παιδιά κι απαγγέλουν τις ταμπέλες των τοπωνυμίων τους, σκουπίζοντας με μαντήλια τα δάκρυα τους.
Μπαίνει η Γαλίανα, από πίσω της η Σαντά, η  Όλασα και ενώνονται όλοι μαζί.  Οι εικόνες του γεφυριού της Τρίχας, η Μονή του Σουμελά, του Βαζελώνα.  Του Περιστερεώτα αμέσως μετά, στο επόμενο πλάνο και η εικόνα θάλασσας με το άκουσμα του ήχου της.
Έρχονται όλοι όσοι κρατούν εξαπτέρυγα και ξύλινους σταυρούς και στέκονται γύρω από την εικόνα της θάλασσας. Ακολουθούν: η Σινώπη, η Σαμψούντα, Αμάσεια, η Μπάφρα, η Κερασούντα, η Τρίπολη, η Ελέβη, τα Πλάτανα.
Όλοι τους λένε κλαίγοντας κι αναστενάζοντας: - Αλίμονο μας!….
Υψώνεται μαύρη σημαία από το μαυροντυμένο παιδί. Έρχεται το Ρίζον και τα Σούρμενα με δυο παιδιά ντυμένα με τις στολές των ψαλτάδων, τα οποία ψέλνουν:
«Σώσον, Κύριε, τον λαόν σου και ευλόγησον την κληρονομίαν σου, νίκας τοις βασιλεύσι κατά βαρβάρων δωρούμενος, και το σον φυλάττων δια του Σταυρού σου πολίτευμα. Δόξα Πατρί….Κύριε ελέησον (τρις)…»
Ο Αφηγητής μοιρολογάει: Αλίμονο μου!...Τι είναι αυτά που βλέπω;
Έρχεται μια κοπέλα, η ψηλότερη όλων, με την ταμπέλα «Τραπεζούντα» και την βάζουν στη μέση. Είναι ντυμένη σα βασίλισσα, με άσπρα μαλλιά, φοράει μαύρα ρούχα, μαύρη μαντίλα στους ώμους της, μαύρο ζωνάρι στη μέση της, κατακόκκινα σανδάλια.
Ανοίγει την αγκαλιά της. Είναι αμίλητοι όλοι. Της άνοιξαν δρόμο να περάσει. Εκείνη πηγαίνει μπροστά ενώ την ακολουθούν οι υπόλοιποι. Δείχνει εικόνα κάστρου και δίπλα σ΄ αυτό θάλασσα με καράβια.
Χτυπούνε καμπάνες. Από τα λεγόμενα του θεατρικού πλήθους, ακούγεται πως οι καμπάνες χτυπούνε δίχως διαταγή δεσπότη ή ενέργεια διάκου, αλλά από Θεού. Τάγματα αγγέλων θαυμάζουν το Πνεύμα που κατεβαίνει στο Κάστρο, λένε και προσεύχονται να φωτιστούν απ’ αυτό όσοι πιστεύουν.
-«Ανακράξτε, πύλες ορατές!» φωνάζουν, καθώς εναλλάσσονται οι εικόνες της Θεοσκέπαστου, της Αγίας Μαρίνας, του Αι-Γιάννη της Δαφνούντας και της Υπαπαντής του Χριστού.
Στην εικόνα της Αγιά - Σοφιάς μια λάμψη διαπέρασε το Κάστρο στη σκηνή, κάτι σαν ήλιος. Τα παιδιά στη σκηνή έδειξαν να απορούν και να θαυμάζουν με φόβο. Αμέσως μετά εμφανίστηκε η εικόνα του Αγίου Ευγενίου. Κατόπιν η εικόνα της Παναγίας με τη συνοδεία ήχων από αστραπές.
-«Διάσωσον από κινδύνων τους δούλους σου, Θεοτόκε, ότι πάντες μετά Θεόν εις σε καταφεύγομεν, ως άρρηκτον τείχος και προστασία», έψαλε ο Αφηγητής.
Ακολούθησαν οι εικόνες του Αγίου Φιλίππου, του Αγίου Σάββα και αναμένων καντηλιών.
-«Ελέησον μας, Κύριε!», φώναξε ο Αφηγητής.
Μια καμπάνα αργοσαλεύει στη μέση, κρεμασμένη μ’ ένα χοντρό σχοινί  και χτυπάει αργά-αργά πάνω από την κοπέλα με την επιγραφή της Τραπεζούντας. Ο φωτισμός δείχνει την καμπάνα και την «Τραπεζούντα» εναλλάξ. Οι άλλοι όλοι είναι στο σκοτάδι.  Ακούγεται λυπητερός ήχος καμπάνας.
Ο φωτισμός αλλάζει, έτσι που να φαίνονται όλοι σαν ίσκιοι μέσα στο σκοτάδι. Ησυχία απ’ όλους. Κινούνται. Ο Παπάς ηγείται της ομάδας. Εικόνα κάστρου αχνή.
-«Έφτασαν στα τείχη του Κάστρου!…Άρχισαν να μπαίνουν!...» ακούστηκε μια φωνή σπαραχτική.
Ακινητοποιούνται από αυτά που θα ακολουθήσουν. Πιάνονται από τον φόβο τους, κυλιούνται κάτω, σκεπάζουν τα μάτια τους: Ακούγεται βοή από αέρα, μουγκρητό βοδιών, φουρτούνα θάλασσας, σεισμού και βροντών. Ακούγεται φωνή βροντερή:
-«Εγώ είμαι ο Κύριος ο Θεός σου, Αυτός που θα σε βγάλει από τη δουλεία της γης του Πόντου. Εγώ είμαι ο Κύριος ο Θεός σου, δεν υπάρχουν άλλοι θεοί, εκτός από μένα».
Ο Παπάς λέει το Σύμβολο της Πίστης, οι βοές μετριάζονται, φωτίζεται μόνο εκείνος - με φωτισμό από ψηλά πάνω του - και μόλις τελειώνει οι βοές ξεκινούν και πάλι δυνατά.
Προβάλλονται μονταρισμένες εικόνες από τα φριχτά μαρτύρια των Ποντίων. Επίσης,  σπίτια παρατημένα, άνθρωποι κρεμασμένοι, παιδιά στις πεζοπορίες, σφαγές, σκηνές συντέλειας, Δευτέρας Παρουσίας.
Δέντρα γκρεμίζονται από τις ρίζες, κάμποι, βουνά, ποτάμια, γυρίζουν ανάποδα. Ο φωτισμός δείχνει ν’ αστράφτει…. Άνθρωποι κυλιούνται…. Φωνές πανικού…. Παρακάλια, όπως: «Κύριε ελέησον!».
Τέλος, βροχή, ήλιος, κοιμητήρια, λουλούδια, λιβάνια, η εικόνα της Παναγίας με τον Χριστό στα χέρια. Μια γυναικεία φωνή, που λέει πως ο Θεός είναι μαζί με τον ποντιακό λαό που πορεύεται στο σκοτάδι, αλλά θα δει μεγάλο φως.
Ακολουθεί ο ψαλμός του θεατρικού πλήθους: «Τη υπερμάχω στρατηγώ τα νικητήρια, ως λυτρωθείσα των δεινών ευχαριστήρια, αναγράφω σοι η πόλις σου Θεοτόκε. Αλλ’ ως έχουσα το κράτος απροσμάχητον, εκ παντίων με κινδύνων ελευθέρωσον, ίνα κράζω σοι, Χαίρε Νύμφη ανύμφευτε. Κύριε ελέησον …(τρις)».
Χτυπούνε και  πάλι οι καμπάνες και προβάλλονται εικόνες του ξεριζωμού των Ποντίων στις προκυμαίες, οι οδοιπορίες τους, η μεταβίβαση τους στα καράβια. Ο Παπάς κάνει μετάνοιες λέγοντας τρεις φορές το «Κύριε ελέησον».
«Ξεθρόνισαν τον βασιλιά κι έβαλαν τον Σουλτάνο. Μοιρολογούν οι εκκλησιές, τα μοναστήρια κλαίνε κι ο Αι-Γιάννης ο Χρυσόστομος κλαίει, δερνοκοπιέται….Μην κλαις, μην κλαις Αι-Γιάννη μου και η δερνοκοπιέσαι. Το Έθνος κι αν σκλαβώθηκε, θ’ αναστηθεί και πάλι…
….Χρόνια ήρθαν και πέρασαν, καιροί ήρθαν και φύγαν και η τρανή καμπάνα περιμένει … δίχως γλώσσα… Μπαίνει αέρας μέσα της και βουίζει!... Στον άνεμο μουγκρίζει!... Μπαίνουν ευχές και τραγουδάει!... Μπαίνουν κατάρες και κλαίει!... Μπαίνουν και τα οράματα τις μέρες και τις νύχτες… Χτυπιέται κλαίγοντας, τραγουδώντας και… θλίβεται ο κόσμος… Αλίμονο μας, όλους μας!... Χάθηκε η Ρωμιοσύνη!», είπε ο Αφηγητής κλαίγοντας.
Με το λυπητερό παίξιμο της λύρας και του αντίστοιχου τραγουδιού από τα παιδιά στην ποντιακή διάλεκτο, έκλεισε η αυλαία, με τα χειροκροτήματα του κατασυγκινημένου κόσμου να ηχούν δυνατά στην βραδινή ηρεμία, κάνοντας αντίλαλο στα λαγκάδια και στα φαράγγια του βουνού.
-«Χάθηκε η Ρωμιοσύνη, μα το Έθνος κι αν σκλαβώθηκε θ’ αναστηθεί και πάλι!», φώναξε με θερμή έκσταση το πλήθος των θεατών.
-«Χάθηκε η Ρωμιοσύνη, μα το Έθνος κι αν σκλαβώθηκε, θ’ αναστηθεί και πάλι!» επανέλαβε με δυνατή φωνή κι ο παπα-Γιώργης, που ακούστηκε σε όλους μες στην απρόβλεπτη ησυχία.
-«Τα παιδιά μας, τα παιδιά του Βερμίου, είναι άξια τέκνα της πατρίδας μας,  ευσεβείς τιμητές της θρησκείας και της αθάνατης ιστορίας των προγόνων μας», συνέχισε φωνάζοντας.
-«Εύγε!... Εύγε, νέα γενιά των Ποντίων, που κατάφερες να μας συγκινήσεις όλους με τον πολιτισμικό σου αγώνα να διατηρήσεις την κληρονομιά των παππούδων σου!... Την ευλογία του Θεού να’ χετε, παιδιά μου!... Τις ευχές όλων μας!...», φώναξε ο παπα-Γιώργης σκουπίζοντας μ’ ένα μαντήλι τα δάκρυά του. 
Το πλήθος χειροκρότησε έντονα αυτή τη φορά και για τον παπα-Γιώργη, αλλά και για τα παιδιά, με ακράτητο ενθουσιασμό. Όσο για τον παπα-Γιώργη, ήδη γνώριζε πως σε λίγο τα παιδιά θα έρχονταν να του φιλήσουν το χέρι και να του ζητήσουν την ευχή του από κοντά…

Πηγή:ΠΡΟΓΟΝΙΚΗ 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου